Απόφ.Πρωτοδικείου 421/2001 (05/10/2001)

Αναστολή εκτέλεσης διοικητικών πράξεων (Άρθρα 200 επομ. Κ.Δ.Δ.)

Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών
(Τμήμα 18ο Τριμ.) ως Συμβούλιο
Αριθ. Απόφασης: 421/2001
Δικαστές: Ελένη Γουλή, Πρόεδρος Πρωτοδικών Δ.Δ.,
Θεώνη Λειβαδίτη, Πρωτοδίκης Δ.Δ.
Εισηγήτρια: Ευγεν. Φουντέα - Καλαποθάκη, Πρωτοδίκης Δ.Δ.
Δικηγόροι: Στεφ. Ιωαν. Ηλιού, Ασπασία Κων. Μάλλιου

Αναστολή εκτέλεσης διοικητικών πράξεων (`Αρθρα 200 επομ. Κ.Δ.Δ.)

Αναστολή λειτουργίας καταστήματος για μη έκδοση φορολογικών στοιχείων: Χορηγείται αναστολή εκτέλεσης της πράξης για ισχυρό οικονομικό κλονισμό της επιχείρησης και για το πλήγμα που θα υποστεί η φήμη και η αξιοπιστία της (ηθική βλάβη).

........................................................................................

Με την κρινόμενη αίτηση, για την οποία καταβλήθηκε το νόμιμο παράβολο (ΣΕΙΡΑ Α΄ 4641971, ΣΕΙΡΑ Β΄ 1841785), η αιτούσα ζητά παραδεκτώς να ανασταλεί η εκτέλεση της 1105005/3934/ΔΕ - Γ/17.11.2000 απόφασης του Υπουργού Οικονομικών περί αναστολής λειτουργίας της επαγγελματικής εγκατάστασης της επιχείρησης της αιτούσας, καθώς και της εκδοθείσας σε εκτέλεσης αυτής 2304/15/1/2001 πράξης του Προϊσταμένου Δ.Ο.Υ. ΦΑΕΕ Αθήνας περί προσδιορισμού της έναρξης εκτέλεσης της πιο πάνω απόφασης, μέχρι να εκδοθεί απόφαση επί της από 19/1/2001 προσφυγής της.

Με τη διάταξη του άρθρου 200 του ΚΔΔ (Ν.2717/1999 φ 97 Α) ορίζεται ότι: "Σε κάθε περίπτωση που η προθεσμία ή η άσκηση της προσφυγής δεν συνεπάγεται κατά νόμο την εκτέλεση της προσβαλλομένης εκτελεστής ατομικής διοικητικής πράξης και εφόσον στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν έχει χορηγηθεί αναστολή από την αρμόδια διοικητική αρχή, μπορεί, ύστερα από αίτηση εκείνου που άσκησε την προσφυγή, να ανασταλεί, με αιτιολογημένη απόφαση του δικαστηρίου, εν όλω ή εν μέρει η εκτέλεση της πράξης αυτής". Ακόμα, η διάταξη του άρθρου 201 ορίζει ότι: "Αρμόδιο για τη χορήγηση της αναστολής είναι το τριμελές ή μονομελές δικαστήριο στο οποίο εκκρεμεί η προσφυγή, εφόσον αυτόν είναι αρμόδιο για την εκδίκαση της κυρίας υπόθεσης. Σε περίπτωση αναρμοδιότητας, η σχετική αίτηση απορρίπτεται". Τέλος, η διάταξη του άρθρου 202 του ως άνω νόμου ορίζει: "1. Λόγο αναστολής μπορεί να θεμελιώσει η από την άμεση εκτέλεση της προσβαλλόμενης πράξης απειλούμενη, οποιασδήποτε φύσης, υλική ή ηθική βλάβη του αιτούντος, εφόσον η επανόρθωσή της θα είναι αδύνατη ή ιδιαίτερα δυσχερής σε περίπτωση ευδοκίμησης της αντίστοιχης προσφυγής. 2. Η χορήγηση αναστολής αποκλείεται: α) Αν η άμεση εκτέλεση της προσβαλλόμενης πράξης επιβάλλεται για λόγους δημοσίου συμφέροντος ή β) κατά το μέρος που η προσβαλλόμενη πράξη έχει ήδη εκτελεστεί ή γ) αν η αντίστοιχη προσφυγή είναι προδήλως απαράδεκτη ή προδήλως αβάσιμη".

Στην προκείμενη περίπτωση από τα στοιχεία της δικογραφίας προκύπτουν τα ακόλουθα: Μετά από έλεγχο που διενεργήθηκε στην επιχείρηση της αιτούσας (εστιατόριο, σνακ - μπαρ, καφετέρια), από όργανα της φορολογικής αρχής αποδόθηκε σε βάρος της ότι είχε υποπέσει κατ΄ επανάληψη στην παράβαση της μη εκδόσεως των νομίμων φορολογικών στοιχείων. Κατόπιν αυτών ο Υπουργός Οικονομικών εξέδωσε την πρώτη προσβαλλόμενη πράξη, με την οποία κατ΄ εφαρμογή της παρ. 1 του άρθρου 13 του Ν.2520/1997 ανέστειλε την λειτουργία της πιο πάνω επιχείρησης για 20 ημέρες και στη συνέχεια εκδόθηκε η δεύτερη προσβαλλόμενη πράξη με την οποία ο Προϊστάμενος Δ.Ο.Υ. ΦΑΕΕ Αθήνας προσδιόρισε την έναρξη εκτέλεσης της πιο πάνω υπουργικής απόφασης. Ήδη, η αιτούσα, με την κρινόμενη αίτηση ζητά να ανασταλεί η εκτέλεση των παραπάνω πράξεων, ισχυριζόμενη ότι σε αντίθετη περίπτωση θα υποστεί ανεπανόρθωτη οικονομική βλάβη, γιατί ήδη βρίσκεται σε δυσχερή οικονομική κατάσταση, η οποία θα επιδεινωθεί από τη μη είσπραξη των αναγκαίων εσόδων για την καταβολή ήδη ληξιπρόθεσμων. Σε απόδειξη των παραπάνω ισχυρισμών η αιτούσα προσκομίζει και επικαλείται: α) τους ισολογισμούς των 2 τελευταίων χρήσεων από τους οποίους προκύπτει ότι τα αποτελέσματα της επιχείρησης ήταν ζημιογόνα (49.146.570 και 32.956.753 δρχ. αντίστοιχα), β) τις καταστάσεις μισθοδοσίας του προσωπικού της, από τις οποίες προκύπτει ότι κατά τη χρήση έτους 2000 η επιχείρησή της απασχόλησε 60 περίπου υπαλλήλους, κατέβαλε δε ως δαπάνες προσωπικού το ποσό των 361.291.287 δρχ., γ) το ισοζύγιο του μήνα Δεκεμβρίου 2000, από το οποίο προκύπτει ότι η εταιρία κατέβαλε για την άσκηση της επιχειρηματικής της δραστηριότητας το ποσό των 302.224.228 δρχ. για προμήθεια πρώτων και βοηθητικών υλών, δ) το ισοζύγιο Προμηθευτών - Πιστωτών του Δεκεμβρίου 2000, από το οποίο προκύπτει ότι η εταιρία έχει ήδη ληξιπρόθεσμες και απαιτητές υποχρεώσεις έναντι τρίτων ύψους 484.575.431 δρχ. και ε) το ισοζύγιο των ακαθαρίστων εσόδων του μήνα Δεκεμβρίου 2000, από το οποίο προκύπτει ότι κατά τη χρήση έτους 2000, η εταιρία πραγματοποίησε ακαθάριστα έσοδα ύψους 842.973.368 δρχ. Τέλος, η αιτούσα ισχυρίζεται ότι από την εκτέλεση της προσβαλλόμενης υπουργικής απόφασης θα υποστεί κλονισμό η επαγγελματική της αξιοπιστία και συνεπώς θα υποστεί και ανεπανόρθωτη ηθική βλάβη.

Αντίθετα, το καθού Ελληνικό Δημόσιο, με την από 1/2/2001 έκθεση απόψεων που απέστειλε στο δικαστήριο, ισχυρίζεται ότι η παύση εργατών και επιχείρησης δεν είναι ικανή να θέσει σε κίνδυνο την οικονομική βιωσιμότητά της.

Με τα δεδομένα αυτά, το δικαστήριο λαμβάνοντας υπόψη ότι, όπως προκύπτει από το προσκομιζόμενο αποδεικτικό υλικό, η οικονομική κατάσταση της αιτούσας είναι δυσχερής, εφόσον, λόγω εξόδων και ληξιπρόθεσμων υποχρεώσεων τα αποτελέσματα των δύο τελευταίων χρήσεων ήσαν ζημιογόνα, κρίνει ότι η παύση των εργασιών της για 20 ημέρες θα επιφέρει σ΄ αυτήν ισχυρό οικονομικό κλονισμό, παράλληλα δε θα υποστεί πλήγμα η φήμη και η εμπορική αξιοπιστία της, εφόσον λόγω της φύσης του αντικειμένου της επιχείρησης, συναλλάσσεται καθημερινώς με πληθώρα πελατών, η δε πορεία των εργασιών της επηρεάζεται και άμεσα από την φήμη της. Κατά συνέπεια η αίτηση πρέπει να γίνει δεκτή και να ανασταλεί η εκτέλεση των προσβαλλόμενων πράξεων μέχρι να εκδοθεί απόφαση επί της από 19/1/2001 προσφυγή που άσκησε η αιτούσα. Τέλος, πρέπει να επιστραφεί στην αιτούσα το παράβολο που καταβλήθηκε, κατ΄ άρθρο 277 παρ. 9 του Κ.Δ.Δ.