Απόφ. Αρείου Πάγου 1978/2009 (01/06/2009)

Το συμφωνημένο ασφαλιστικό ποσό επί ασφαλίσεως ζημιών δεν συνιστά το προκαθορισμένο ύψος της οφειλής του ασφαλιστή.

Α.Π. 1978/2009 (Τμ. Α2 Πολ.)
Προεδρεύων: ΔΗΜ. ΔΑΛΙΑΝΗΣ, Αντιπρόεδρος
Εισηγητής: ΧΑΡΑΛ. ΖΩΗΣ, Αρεοπαγίτης

Θέμα:

Το συμφωνημένο ασφαλιστικό ποσό επί ασφαλίσεως ζημιών δεν συνιστά το προκαθορισμένο ύψος της οφειλής του ασφαλιστή.

αλλά το ανώτατο όριο της ευθύνης του για την κάλυψη της ζημίας του ασφαλισμένου από την επέλευση της ασφαλιστικής περίπτωσης

Η απαίτηση του λήπτη επιφέρει τόκους από το συγκεκριμένο προσδιορισμό της έκτασης της ζημίας

Από τον συνδυασμό των άρθρων 185, 189, 192 ΑΚ και 189, 192 Εμπ.Ν., που εφαρμόζονται στην προκειμένη περίπτωση, ως εκ του χρόνου κατάρτισης της ένδικης σύμβασης ασφάλισης κατά ζημιών (πυρκαϊάς), και του χρόνου επέλευσης του καλυπτόμενου κινδύνου, προκύπτει ότι η ασφαλιστική σύμβαση καταρτίζεται με απλή συναίνεση των μερών, συντελείται δε από τον χρόνο αποδοχής από τον ασφαλιστή της αιτήσεως προς ασφάλιση, η οποία (αποδοχή) μπορεί να δηλωθεί και σιωπηρώς με την αποστολή του ασφαλιστηρίου συμβολαίου στον αιτούντα και αποδεικνύεται με αυτό.

Εξάλλου, κατά το άρθρο 201 Εμπ. Ν. η ασφάλιση για ποσό που υπερβαίνει την αξία του ασφαλισθέντος πράγματος δεν παράγει αποτελέσματα ως προς τον ασφαλισμένο, αν έγινε απ’ αυτόν δολίως ή απατηλώς. Εάν ο ασφαλισμένος δεν ενήργησε δολίως ή απατηλώς, η ασφάλιση είναι ισχυρά μέχρι της αξίας των ασφαλισθέντων πραγμάτων, ενώ κατά το άρθρο 202 παρ. 1 Εμπ.Ν. κάθε ψευδής ή πεπλανημένη δήλωση και κάθε αποσιώπηση περιστατικών γνωστών στον ασφαλισμένο αποτελεί λόγο ακυρότητας της ασφαλίσεως, εάν η δήλωση ή αποσιώπηση είναι τοιαύτης φύσεως, ώστε να θεωρηθεί ότι ο ασφαλιστής δεν ήθελε συναινέσει εις την ασφάλισιν ή δεν ήθελε δεχθεί αυτήν υπό τους αυτούς όρους, ενώ εγνώριζε την αληθή κατάστασιν των πραγμάτων.

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 208 Εμπ.Ν. η οφειλόμενη παρά του ασφαλιστού αποζημίωσις κανονίζεται κατά την αξίαν που είχε το ασφαλισθέν πράγμα κατά το χρόνο του δυστυχήματος. Αν προηγήθηκε της ασφαλίσεως εκτίμηση αποδεδειγμένη από τον ασφαλιστή, αυτή δύναται να προσβληθεί μόνο για απάτη, εικονικότητα ή πλαστότητα, επιφυλασσομένης κάθε άλλης αστικής ή ποινικής αγωγής. Αν δεν υπάρχει αποδεδεγμένη εκτίμηση από τον ασφαλιστή, η αξία του ασφαλισθέντος πράγματος δύναται ν’ αποδειχθεί δια παντός νομίμου μέσου.

Από τις παραπάνω διατάξεις, που έχουν εφαρμογή σε κάθε περίπτωση ασφαλίσεως ζημιών και επομένως και στην ασφάλιση πυρκαϊάς σε συνδυασμό προς τα άρθρα 297 και 298 Α.Κ., που ορίζουν ότι ο υπόχρεος σε αποζημίωση οφείλει να την παράσχει σε χρήμα και ότι η αποζημίωση περιλαμβάνει τη μείωση της υπάρχουσας περιουσίας του δανειστή (θετική ζημία), καθιερώνεται η αρχή του αποζημιωτικού χαρακτήρα της ασφαλιστικής συμβάσεως ζημιών, με την έννοια ότι το ασφαλιστικό ποσό, που τυχόν έχει συμφωνηθεί με την ασφαλιστική σύμβαση, δεν συνιστά το προκαθορισμένο ύψος της οφειλής του ασφαλιστή, αλλά το ανώτατο όριο ευθύνης του ασφαλιστή για την κάλυψη της ζημίας του ασφαλισμένου από την επέλευση της ασφαλιστικής περίπτωσης. Έτσι, αποκλείεται η δυνατότητα του ασφαλισμένου, με την υπερτίμηση του ασφαλιζόμενου πράγματος, να χρησιμοποιεί τη σύμβαση για πορισμό κέρδους και καθορίζεται ο τρόπος της αποδείξεως της αξίας του πράγματος ώστε αν έλαβε χώρα αποτίμηση αυτή υπερισχύει έναντι παντός άλλου αποδεικτικού μέσου και αποστερεί τον ασφαλιστή από το δικαίωμα να αποδείξει την μικρότερη αξία του πράγματος, εκτός αν η αποτίμηση έγινε από τον ασφαλισμένο κατά τρόπο δόλιο (βλ. Ολ. Α.Π. 6/1990).

Κατά το άρθρο 111, εδ. α’, Εισ. Ν.Α.Κ. «Οι έμποροι έχουν δικαίωμα για τις μεταξύ τους απαιτήσεις, από εμπορική και για τους δύο αιτία να αξιώσουν τόκο από την ημέρα που το χρέος έγινε απαιτητό».

Εξ άλλου, κατά το άρθρο 346 Α.Κ. ο οφειλέτης χρηματικής οφειλής, όπως είναι και ο ασφαλιστής για την καταβολή του ασφαλίσματος, ακόμη και αν δεν είναι υπερήμερος, οφείλει νόμιμους τόκους από την επίδοση της αγωγής για το ληξιπρόθεσμο χρέος.

Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό και με τις διατάξεις των άρθρων 288 και 281 ΑΚ, συνάγεται ότι, στην περίπτωση ασφάλισης κατά ζημιών, και αν ακόμη η ασφαλιστική σύμβαση είναι αμφιμερώς εμπορική, η χρηματική, αποζημιωτικού χαρακτήρα, απαίτηση του λήπτη της ασφάλισης έναντι του ασφαλιστή για πληρωμή του ασφαλίσματος, γεννιέται μεν από την επέλευση της ασφαλιστικής περίπτωσης, δεν καθίσταται όμως έκτοτε και απαιτητή, αφού προς τούτο απαιτείται να προηγηθεί αποτίμηση της ζημίας που υπέστη ο ασφαλισμένος από την επέλευση του ασφαλιστικού κινδύνου και να προσδιορισθεί συγκεκριμένα η έκτασή της.

ΣΗΜ.: Η Α.Π. 6/1990 Ολομ. έχει δημοσιευθεί στο τεύχος της 1.7.1990 (σ. 279) με τον τίτλο: «Και στην θαλάσσια ασφάλιση ισχύει η αρχή της απαγορεύσεως της υπερασφάλισης και του αποζημιωτικού μόνο χαρακτήρα της ασφαλιστικής συμβάσεως. Αποκλείεται ή δυνατότητα τών ασφαλιζομένων να χρησιμοποιούν τήν σύμβαση αυτή για τόν περιορισμό κέρδους, προς πραγμάτωση τού οποίου είναι ενδεχόμενη ή πρόκληση επέλευση τής ασφαλιστικής περιπτώσεως».