Απόφ. Αρείου Πάγου 2193/2009 (01/07/2009)

Ως αποσβεσθείσα εκ του νόμου θεωρείται η απαίτηση πιστωτικού ιδρύματος κατά το πλέον ποσό αυτής.

Α.Π. 2193/2009 (Τμ. Γ΄Πολ.)
Αντιπρόεδρος: ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ
Εισηγητής: ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ ΜΑΖΑΡΑΚΗΣ, Αρεοπαγίτης

Θέμα:

Ως αποσβεσθείσα εκ του νόμου θεωρείται η απαίτηση πιστωτικού ιδρύματος κατά το πλέον ποσό αυτής.

που προκύπτει μετά τον επαναπροσδιορισμό της προς αυτό οφειλής του υπόχρεου, η οποία έχει ενταχθεί στο όλο σύστημα στις διαδικασίας αναπροσαρμογής των απαιτήσεων, με βάση τη διάταξη του άρθρου 39 του N.3529/2004

Επειδή, κατά το άρθρο 553, παρ. 1 αναίρεση επιτρέπεται μόνο κατά των αποφάσεων [παραλείπεται το κείμενο]

Επειδή, με το άρθρο 30 του N. 2789/2000, όπως αυτή τροποποιήθηκε με το άρθρο 47, του N. 2873/2000 και με το άρθρο 42, N. 2912/2001, εγκαθιδρύθηκε υποχρέωση των πιστωτικών ιδρυμάτων για τον επανακαθορισμό των προς αυτά οφειλών από κάθε είδους συμβάσεις δανείων ή πιστώσεων, που είχαν καταγγελθεί ή λήξει ως και την 31-12-2000, ώστε η εκάστοτε προς αυτά συνολική οφειλή να μην υπερβαίνει ορισμένα πολλαπλάσια του κατά περίπτωση ληφθέντος κεφαλαίου ή του αθροίσματος κεφαλαίων των περισσότερων δανείων, πολλαπλάσια που περιοριστικά καθόρισε ο ίδιος ο νόμος.

Ενόψει των ποσοτικών αυτών ορίων, το άρθρο 30 παρ. 4, του N. 2789/2000 καθιέρωσε τη διαδικασία υποβολής των απαιτήσεων των πιστωτικών ιδρυμάτων για τον επανακαθορισμό, που είχε ως αφετηρία την υποβολή σχετικής αιτήσεως από τον εκάστοτε οφειλέτη και ως λήξη τη γνωστοποίηση από το σχετικό πιστωτικό ίδρυμα του ύψους της επανακαθοριζόμενης οφειλής κατά κεφάλαιο και τόκους, όπως αυτή θα έπρεπε να διαμορφωθεί με εφαρμογή του άρθρου 30, παρ. 1 και 2 του νόμου αυτού, ορίζοντας ειδικότερα ότι τα πιστωτικά ιδρύματα υποχρεούνται:

α) Να γνωστοποιούν, εντός προθεσμίας ενενήντα (90) ημερών από την υποβολή σχετικής αίτησης, στους οφειλέτες που οι οφειλές τους εμπίπτουν στη ρύθμιση της παραγράφου 1, το ύψος της οφειλής τους κατά κεφάλαιο και τόκους,

β) Να μη λογίζουν τόκους για τη συνολική οφειλή, όπως αυτή θα διαμορφωθεί μετά την εφαρμογή των παραγράφων 1 και 2, μέχρι τις 30 Απριλίου 2000 και να μην αρχίσουν διαδικασίες αναγκαστικής εκτέλεσης, ούτε να συνεχίσουν διαδικασίες που έχουν αρχίσει, μέχρι την 31 Οκτωβρίου 2000.

Κατά την παράγραφο 7 του ίδιου άρθρου, από 1-11-2000 αίρεται η αναστολή της έναρξης ή συνέχισης της διαδικασίας αναγκαστικής εκτέλεσης προς ικανοποίηση των απαιτήσεων που υπάγονται στη ρύθμιση της παραγράφου 1, εφόσον δεν έχει συμφωνηθεί διαφορετικά κατά τα αναφερόμενα στην παράγραφο 6 και με την προϋπόθεση ότι το πιστωτικό ίδρυμα, με δήλωσή του, σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας, θα προσδιορίσει το οφειλόμενο, κατ΄ εφαρμογή των διατάξεων του παρόντος άρθρου, ποσό της απαίτησης. Ακολούθησε ο N. 2873/2000 (ΦΕΚ 285 Α της 28-12- 2000) με το άρθρο 47 παρ. 1, του οποίου τροποποιήθηκαν οι παράγραφοι 4 στοιχ. β΄ και 7 του άρθρου 30 του ανωτέρω N. 2789/2000 και ορίσθηκε αντιστοίχως

α) αντί της 31 Οκτωβρίου 2000, η 31 Μαρτίου 2001, ως ημερομηνία μέχρι της οποίας αναστέλλεται η έναρξη και συνέχιση της διαδικασίας αναγκαστικής εκτέλεσης και

β) αντί της 1 Νοεμβρίου 2000, η 1 Απριλίου 2001, ως ημερομηνία άρσης της αναστολής έναρξης ή συνέχισης της διαδικασίας αναγκαστικής εκτέλεσης, ενώ με την παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου ορίσθηκε ότι οι τροποποιήσεις αυτές ισχύουν από την 31 Οκτωβρίου 2000. Στη συνέχεια, με το άρθρο 42, παρ. 1 και 2, του Ν. 2912/2001 (ΦΕΚ 94 Α της 9-5-2001), που άρχισε να ισχύει από τη δημοσίευσή του στη εφημερίδα της κυβερνήσεως, αντικαταστάθηκε το άρθρο 30, παρ. 1 και 4 στοιχ. β του Ν. 2789/2000, όπως είχε τροποποιηθεί με το άρθρο 47, του ν. 2783/2000.

Με τη νέα παράγραφο 1 ορίσθηκε: "Κατ` εξαίρεση των κειμένων διατάξεων η υφισταμένη συνολική οφειλή από κάθε είδους συμβάσεις δανείων ή πιστώσεων, που έχουν συνομολογηθεί με πιστωτικά ιδρύματα και οι σχετικές συμβάσεις έχουν καταγγελθεί ή, προκειμένου περί αλληλόχρεων λογαριασμών, έχουν κλείσει οριστικά ή, αν δεν συντρέχει τέτοια περίπτωση, η απαίτηση έχει καταστεί εν όλω ή εν μέρει ληξιπρόθεσμη και απαιτητή κατά τη σύμβαση και το νόμο, μέχρι 31-12- 2000 δεν δύναται να υπερβεί τα παρακάτω πολλαπλάσια του κατά περίπτωση ληφθέντος κεφαλαίου ...

α) το τετραπλάσιο, εάν οι σχετικές συμβάσεις έχουν συναφθεί μέχρι τις 31-12-1985 ή, προκειμένου περί αλληλόχρεων λογαριασμών, η λήψη της τελευταίας πιστώσεως δανείου έγινε μέχρι την ημερομηνία αυτή,

β) το τριπλάσιο, εάν τα άνω περιστατικά συνέβησαν μετά την υπό (α) ημερομηνία και μέχρι τις 31-12-1990,

γ) το διπλάσιο, εάν συνέβησαν μετά την υπό (β) ημερομηνία και μέχρι τις 31-12-2000 ..." Περαιτέρω, αντί της 31-3-2001 ορίσθηκε η 31-12-2001, ως ημερομηνία μέχρι της οποίας αναστέλλεται η έναρξη και η συνέχιση της διαδικασίας αναγκαστικής εκτέλεσης και αντί της 1-4-2001 ορίσθηκε η 1-1-2002, ως ημερομηνία άρσης της αναστολής της έναρξης ή συνέχισης της διαδικασίας αναγκαστικής εκτέλεσης (παρ. 2).

Τέλος με το άρθρο 39, Ν. 3259/2004 (ΦΕΚ Α 149/4.8.2004) που ισχύει από 4.8.2004 ορίζονται και τα εξής:

α) "η συνολική ληξιπρόθεσμη οφειλή από τις κάθε είδους συμβάσεις δανείων ή πιστώσεων, οι οποίες συνομολογούνται ή έχουν συνομολογηθεί πριν από την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου με πιστωτικά ιδρύματα δεν δύναται να υπερβαίνει το τριπλάσιο του κατά περίπτωση ληφθέντος κεφαλαίου εκάστου δανείου ή πίστωσης ή του αθροίσματος των ληφθέντων κεφαλαίων περισσοτέρων δανείων ή προκειμένου περί αλληλοχρέων λογαριασμών του ποσού της οφειλής, όπως αυτή διαμορφώθηκε κατά την τελευταία εκταμίευση του λογαριασμού, με την επιφύλαξη των 4 και 5 του παρόντος άρθρου" (παρ.1),

β) "τα πιστωτικά ιδρύματα οφείλουν να αναπροσαρμόσουν το ύψος των απαιτήσεών τους σύμφωνα με της διάταξη της προηγούμενης παραγράφου του παρόντος άρθρου. Τα πιστωτικά ιδρύματα οφείλουν να μην προχωρήσουν σε έναρξη διαδικασιών αναγκαστικής εκτέλεσης για την είσπραξη τους ούτε σε συνέχιση διαδικασιών που έχουν ήδη αρχίσει μέχρι 31.12.2004 ... Μέχρι 31.10.2004 οι οφειλέτες ή οι εγγυητές πρέπει να υποβάλλουν στο πιστωτικό ίδρυμα αίτηση για την υπαγωγή τους στη ρύθμιση" (παρ.2, εδ.α),

γ) "μη υποβολή αίτησης κατά τα προηγούμενα ή καθυστέρηση στη εξόφληση δόσης που έχει συμφωνηθεί με τη ρύθμιση πέραν των 90 ημερών παρέχει το δικαίωμα στο πιστωτικό ίδρυμα να αρχίσει ή να συνεχίσει τις διαδικασίες αναγκαστικής εκτέλεσης για την είσπραξη της ανεξόφλητης οφειλής... η οποία θα εκτοκίζεται με το εκάστοτε ισχύον επιτόκιο υπερημερίας από την πρώτη ημέρα καθυστέρησης" (παρ.3 εδ. 2).

Από το συνδυασμό των πιο πάνω διατάξεων προκύπτει ότι, με αυτές θεσπίσθηκε, αυτοδίκαιη αναστολή των διαδικασιών έναρξης και συνέχισης της αναγκαστικής εκτέλεσης για την ικανοποίηση χρηματικών απαιτήσεων των πιστωτικών ιδρυμάτων από πιστωτικές συμβάσεις κ.λ.π., υπό τις άνω διακρίσεις και υποχρέωση επαναπροσδιορισμού του ποσού αυτών σύμφωνα με τα άνω οριζόμενα στις διατάξεις αυτές, χωρίς όμως να απαγγελθεί ακυρότητα των επί μέρος πράξεων της διαδικασίας αναγκαστικής εκτέλεσης που είχαν γίνει προηγουμένως.

Επομένως πράξεις της διαδικασίας της αναγκαστικής εκτέλεσης που έγιναν πριν την θεσπιζομένη αυτοδίκαια αναστολή έναρξης και συνέχισης αυτής εξακολουθούν να είναι ισχυρές και έγκυρες και στηρίζουν τις εν συνεχεία με βάση αυτές ενεργούμενες για την ολοκλήρωση της διαδικασίας, μετά την θεσπισθείσα αναστολή, πλήν του ποσού της απαίτησης για την είσπραξη της οποίας επισπεύδεται η αναγκαστική εκτέλεση, η οποία πρέπει να αναπροσδιορισθεί (Α.Π.1898/2008).

Έτσι, το άρθρο 39, του Ν. 3259/2004 εισήγαγε περαιτέρω ποσοτικούς περιορισμούς αναφορικά με την υποχρέωση των πιστωτικών ιδρυμάτων για την αναπροσαρμογή των απαιτήσεών τους. Προέβλεψε συνακόλουθα την υποχρέωση των οφειλετών να υποβάλλουν μέσα σε αποκλειστική προθεσμία αίτηση στα πιστωτικά ιδρύματα για την υπαγωγή τους στην ευνοϊκότερη αυτή από άποψη ποσοτικών ορίων ρύθμιση και όρισε ρητά ότι κατά τα άλλα εξακολουθεί να ισχύει το άρθρο 30, του Ν. 2789/2000, όπως μεταγενέστερα τροποποιήθηκε.

Εξάλλου, το άρθρο 30, παρ. 4, εδ. α του Ν. 3259/2004 διατήρησε την ίδια εξαίρεση, που περιέχει και το άρθρο 30, παρ. 9 παρ. δ του Ν. 2789/2000 αναφορικά με τον τρόπο υπολογισμού και το ανώτατο ύψος που δεν πρέπει να υπερβαίνει η οφειλή προς τα πιστωτικά ιδρύματα, προκειμένου να μπορεί να υπαχθεί στη διαδικασία αναπροσαρμογής κατά το άρθρο 39, παρ. 1, 2. Επομένως, το άρθρο 39, Ν. 3259/2004 εντάσσεται στο όλο σύστημα της διαδικασίας αναπροσαρμογής των απαιτήσεων των πιστωτικών ιδρυμάτων, όπως αυτή εγκαθιδρύθηκε αρχικά με το άρθρο 30, του Ν. 2789/2000. Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 933 και 934 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι ισχυρισμός του οφειλέτη περί υπαγωγής της οφειλής του στις άνω διατάξεις περί επαναπροσδιορισμού της οφειλής εισάγει αμφισβήτηση ως προς το ύψος της απαίτησης, με την έννοια ότι κατά το επί πλέον του επιβαλλόμενου επαναπροσδιορισμού της απαίτησης η απαίτηση θεωρείται εκ του νόμου μερικώς (ή και ολικώς) αποσβεσθείσα και συνεπώς ο ισχυρισμός αυτός μπορεί να αποτελέσει και λόγο ανακοπής του οφειλέτη κατά των μεταγενεστέρων πράξεων της αναγκαστικής εκτέλεσης, για το παραδεκτό όμως του οποίου απαιτείται κατά το άρθρο 585 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. να προβάλλεται με το δικόγραφο της ανακοπής ή το δικόγραφο προσθέτων λόγων, και όχι με την έφεση ή τις προτάσεις, ακόμη και αν είναι οψιγενής, διαφορετικά είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος (Α.Π. 1898/2008).

Ειδικότερα, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 933, παρ. 4, Κ.Πολ.Δ οι ισχυρισμοί που αφορούν την απόσβεση της απαίτησης πρέπει να αποδεικνύονται αμέσως, αλλιώς απορρίπτονται και αυτεπαγγέλτως ως απαράδεκτοι. Ως "αμέσως" νοείται η απόδειξη με έγγραφο ή δικαστική ομολογία του αντιδίκου. Στον εν λόγω αποδεικτικό περιορισμό υπάγονται οι αποσβεστικές ενστάσεις, οι διακωλυτικές, καθώς και η ένσταση καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος, όχι όμως και οι ενστάσεις που αφορούν τη νομιμότητα γένεσης και ύπαρξης της απαίτησης και γενικά αμφισβήτησης του τρόπου υπολογισμού της απαίτησης, για την οποία η εκτέλεση (σχ. Ολ.Α.Π. 10/1993). Περαιτέρω, [παραλείπεται το κείμενο]