Απόφ. Αρείου Πάγου 2468/2009 (20/10/2009)

Μη καταβολή χρεών προς το Δημόσιο βεβαιωμένων από την αρμόδια Δ.Ο.Υ. παρά των νομίμων εκπροσώπων ανώνυμης εταιρίας που ήδη έχει πτωχεύσει. Λόγοι κατά του παραδεκτού της άσκησης της ποινικής δίωξης.

ΑΡΙΘΜΟΣ 2468/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ΄ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

ΘΕΜΑ:

Μη καταβολή χρεών προς το Δημόσιο βεβαιωμένων από την αρμόδια Δ.Ο.Υ. παρά των νομίμων εκπροσώπων ανώνυμης εταιρίας που ήδη έχει πτωχεύσει. Λόγοι κατά του παραδεκτού της άσκησης της ποινικής δίωξης.

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Παπαηλιού, Παναγιώτη Ρουμπή - Εισηγητή, Γεώργιο Μπατζαλέξη και Χριστόφορο Κοσμίδη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 20 Οκτωβρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Νικολούδη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων: 1. Χ1, κατοίκου ... και 2. Χ2, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ευστάθιο Ακριτίδη, περί αναιρέσεως της 1715/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης.

Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ΄ αυτή, και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 11 Απριλίου 2008 αίτησή τους αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 761/2008.

Αφού άκουσε

Τον πληρεξούσιο δικηγόρο των αναιρεσειόντων, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η κρινόμενη από 11-4-2008 κοινή αίτηση αναίρεσης των 1) Χ1 και 2) Χ2 κατά της υπ΄ αριθμ. 1715/2008 καταδικαστικής απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα. Επομένως πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και να εξετασθεί περαιτέρω.

Με το άρθρο 25 παρ. 1 του Ν. 1882/1990 , θεσπίζεται η ποινική ευθύνη από τη μη καταβολή προς το Δημόσιο χρεών, που είναι βεβαιωμένο στις δημόσιες υπηρεσίες και ειδικότερα από την παραβίαση της προθεσμίας καταβολής τους, κατά τις ισχύουσες εκάστοτε διατάξεις, αναλόγως του αν αυτά είναι καταβλητεά εφάπαξ ή με δόσεις, έτσι ώστε η ποινική μεταχείριση να διαφοροποιείται ως προς το χρονικό σημείο έναρξης της ποινικής ευθύνης του υπαιτίου, αλλά και ως προς το ύψος του μεγέθους του χρέους. Ειδικότερα προβλέπονται δύο χωριστές περιπτώσεις έναρξης της ποινικής ευθύνης, ήτοι εκείνη της μη καταβολής του χρέους, που η εξόφλησή του έχει ρυθμιστεί με δόσεις, οπότε απαιτείται να παρέλθει η προθεσμία καταβολής της τρίτης δόσης και εκείνης της μη καταβολής του εφάπαξ καταβλητέου χρέους, οπότε απαιτείται να παρέλθει δίμηνο από το τέλος της προθεσμίας, κατά την οποία έπρεπε να καταβληθεί το χρέος. Επακολούθησε η αντικατάσταση του άρθρου 25 του Ν. 1882/1990 από το άρθρο 23 του Ν. 2523/1997 . Με την αντικατάσταση αυτή, αφενός ποινικοποιήθηκε η μη καταβολή χρεών και προς τρίτους (πλην ιδιωτών), που εισπράττονται από τις δημόσιες υπηρεσίες ή τα τελωνεία και, αφετέρου, αυξήθηκε το ύψος του οφειλόμενου ποσού που καθιστά αξιόποινη την καθυστέρηση της καταβολής. Τέλος, το ίδιο άρθρο αντικαταστάθηκε εκ νέου από το άρθρο 34 παρ. 1 του Ν. 3220/2004 . Με τη νέα αυτή αντικατάσταση: 1) το ποινικό αδίκημα της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο και λοιπών βεβαιωμένων και ληξιπρόθεσμων εσόδων στις ΔΟΥ και τα Τελωνεία, αντιμετωπίζεται πλέον ενιαία ως προς το χρόνο διαπράξεώς του, ο οποίος είναι ο χρόνος της συμπληρώσεως τεσσάρων μηνών από τότε που έπρεπε να καταβληθεί το χρέος, ανεξάρτητα από τον τρόπο καταβολής των χρεών σε δόσεις ή εφάπαξ, 2) στο κατώτερο ληξιπρόθεσμο ποσό οφειλής για την οποία ζητείται η ποινική δίωξη, υπολογίζονται μαζί με τη βασική οφειλή και οι λοιπές επιβαρύνσεις από τόκους και προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής, 3) οι ποινές καθορίζονται βάσει του κατώτερου ποσού συνολικής κατά οφειλέτη ληξιπρόθεσμης οφειλής, ανεξάρτητα από το είδος του χρέους (παρακρατούμενοι, επιρριπτόμενοι φόροι, δάνεια με την εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου κ.λ.π.) και 4) αυξάνονται τα όρια του χρέους για τη μη καταβολή του οποίου ζητείται η ποινική δίωξη του οφειλέτη. Κατά τις διατάξεις του Ν. 2523/1997 (άρθρο 23 παρ. 1), το έγκλημα της καθυστέρησης καταβολής βεβαιουμένου χρέους, τιμωρείται με ποινή φυλακίσεως α) τεσσάρων τουλάχιστον μηνών, προκειμένου για δάνεια με εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου, παρακρατούμενους ή επιρριπτόμενους φόρους και δύο (2) τουλάχιστον μηνών, προκειμένου για τους λοιπούς φόρους και χρέη γενικά, εφόσον το ποσό της ληξιπρόθεσμης για την καταβολή οφειλής, μαζί με τις κάθε είδους προσαυξήσεις, υπερβαίνει το 1.000.000 δρχ. όταν πρόκειται για δάνεια και παρακρατούμενους ή επιρριπτόμενους φόρους) και τα (2.000.000) δρχ., όταν πρόκειται για τους λοιπούς φόρους και χρέη γενικά, β) έξι και τεσσάρων τουλάχιστον μηνών αντίστοιχα, εφ΄ όσον οι αντίστοιχες οφειλές υπερβαίνουν τα (2.000.000) και (3.000.000) δρχ., και γ) ενός έτους και έξι μηνών τουλάχιστον αντίστοιχα, εφ΄ όσον οι αντίστοιχες οφειλές υπερβαίνουν τα 3.000.000 και 4.500.000 δρχ. Κατά το άρθρο 34 του Ν. 3220/2004 , (αύξηση ορίου ληξιπροθέσμων χρεών για ποινική δίωξη οφειλετών), που η ισχύς του άρχισε από 1-1-2004, και αντικατέστησε την παράγραφο 1 του άρθρου 25 του Ν. 1882/1990 , η καθυστέρηση καταβολής των βεβαιωμένων στις δημόσιες οικονομικές υπηρεσίες (Δ.Ο.Υ.) και τα τελωνεία χρεών προς το Δημόσιο, τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου κλπ, για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνών, διώκεται ύστερα από αίτηση του Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. κλπ. προς τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών της έδρας τους και τιμωρείται με ποινή φυλάκισης: α) τεσσάρων τουλάχιστον μηνών, εφόσον το συνολικό χρέος από κάθε αιτία, συμπεριλαμβανομένων των κάθε είδους τόκων ή προσαυξήσεων μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του πίνακα χρεών ο οποίος συνοδεύει υποχρεωτικά την ως άνω αίτηση, υπερβαίνει το ποσό των δέκα χιλιάδων (10.000) ευρώ, β) έξι τουλάχιστον μηνών, εφόσον το συνολικό χρέος, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην ανωτέρω περίπτωση α΄, υπερβαίνει το ποσό των πενήντα χιλιάδων (50.000) ευρώ, και γ) ενός τουλάχιστον έτους, εφόσον το συνολικό χρέος, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην ανωτέρω περίπτωση α΄, υπερβαίνει το ποσό των εκατόν είκοσι χιλιάδων (120.000) ευρώ. Κατά το μέρος του, οι νέες αυτές διατάξεις, δεν απαιτούν την καθυστέρηση ορισμένων δόσεων, όταν το χρέος είναι καταβλητέο σε δόσεις, για δε τις καθυστερήσεις περισσοτέρων χρεών από οποιαδήποτε αιτία λαμβάνουν υπόψη, ως όριο για τη θεμελίωση του αξιοποίνου, το συνολικό ποσό του χρέους και όχι το ύψος κάθε επιμέρους χρέους, είναι δυσμενέστερες και συνεπώς, για τις πράξεις που τελέσθηκαν πριν από την έναρξη της εφαρμογής τους που εφαρμόζονται, εφόσον είναι ευμενέστερες, ως προς τις προϋποθέσεις ενάρξεως και θεμελιώσεως της ποινικής ευθύνης, οι προγενέστερες διατάξεις, που ίσχυαν κατά το χρόνο τελέσεώς τους. Επομένως, εάν έχει ασκηθεί ποινική δίωξη για πράξεις που είχαν τελεσθεί κατά την ισχύ του Ν. 2523/1997 και αφορούσαν μη καταβολή χρεών μικρότερων εκείνων, που ορίζονται κατά περίπτωση με το νόμο αυτό, πρέπει να κηρύσσεται αθώος ο κατηγορούμενος. Σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές, κρίσιμα στοιχεία, για τη θεμελίωση του προβλεπόμενου από τη διάταξη του άρθρου 23 παρ. 1 του Ν. 2523/1997 εγκλήματος της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο, τα οποία πρέπει να προσδιορίζονται στην καταδικαστική απόφαση, για να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ, είναι: 1) η αρχή που προέβη στη βεβαίωση του χρέους, 2) το ύψος του χρέους, 3) ο τρόπος πληρωμής του (εφάπαξ ή σε δόσεις), 4) ο ακριβής χρόνος που έπρεπε να καταβληθεί, όταν αυτό καταβάλλεται εφάπαξ ή της κάθε δόσεως, όταν καταβάλλεται σε δόσεις, ο οποίος δεν συμπίπτει κατ΄ ανάγκη με το χρόνο που βεβαιώθηκε το χρέος, διότι, ως χρόνο βεβαιώσεως των χρεών, ο νόμος εννοεί αυτόν που γίνεται από την αρμόδια οικονομική αρχή και έχει ως περιεχόμενο τον προσδιορισμό του υπόχρεου προσώπου, καθώς και του ποσού και του είδους της οφειλής, ενώ το ληξιπρόθεσμο του χρέους συνάπτεται με τη λεγόμενη ταμειακή βεβαίωση, οπότε και μπορεί το χρέος αυτό να εισπραχθεί και 5) η μη καταβολή τριών συνεχών δόσεων του χρέους ή ολόκληρου του ποσού του, όταν αυτό είναι καταβλητέο εφάπαξ, πέραν των δύο και ήδη τεσσάρων μηνών από τη λήξη του χρόνου καταβολής του. Επιπροσθέτως, είναι αναγκαίο να εξειδικεύεται στην καταδικαστική απόφαση, πέραν των όσων αναφέρθηκαν, αν πρόκειται για παρακρατούμενους ή επιρριπτόμενους φόρους ή αν πρόκειται για λοιπούς φόρους και χρέη γενικά, αφού για την καθεμιά από τις ως άνω κατηγορίες, αφενός μεν προβλέπεται διαφορετικό ύψος ποσού που καθιστά αξιόποινη την καθυστέρηση καταβολής του χρέους, αφετέρου δε απειλείται διαφορετικό πλαίσιο ποινής. (ΑΠ 975/2008). Επίσης, κατά το άρθρο 34 του Ν. 3220/2004, η ισχύς του οποίου άρχισε από 1-1-2004, και με το οποίο αντικαταστάθηκε η παράγραφος 1 του άρθρου 25 του Ν. 1882/1990 , η καθυστέρηση καταβολής των βεβαιωμένων στις δημόσιες οικονομικές υπηρεσίες (Δ.Ο.Υ.) και τα τελωνεία χρεών προς το Δημόσιο, τα νομικά πρόσωπα δημόσιου δικαίου κλπ. για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνών, διώκεται ύστερα από αίτηση του Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. κλπ. προς τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών της έδρας τους και τιμωρείται με ποινή φυλάκισης: α) τεσσάρων τουλάχιστον μηνών, εφόσον το συνολικό χρέος από κάθε αιτία, συμπεριλαμβανομένων των κάθε είδους τόκων ή προσαυξήσεων μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του πίνακα χρεών, ο οποίος συνοδεύει υποχρεωτικά την ως άνω αίτηση υπερβαίνει το ποσό των δέκα χιλιάδων (10.000) ευρώ, β) έξι τουλάχιστον μηνών, εφόσον το συνολικό χρέος, υπερβαίνει το ποσό των πενήντα χιλιάδων (50.000) ευρώ, γ) ενός τουλάχιστον έτους, εφόσον το συνολικό χρέος, υπερβαίνει το ποσό των εκατόν είκοσι χιλιάδων (120.000) ευρώ. Με τη νέα αυτή ρύθμιση: 1) το ποινικό αδίκημα της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο και λοιπών βεβαιωμένων και ληξιπρόθεσμων εσόδων στις ΔΥΟ και τα Τελωνεία, αντιμετωπίζεται πλέον ενιαία ως προς το χρόνο διαπράξεώς του, ο οποίος είναι ο χρόνος της συμπληρώσεως τεσσάρων μηνών από τότε που έπρεπε να καταβληθεί το χρέος, ανεξάρτητα από τον τρόπο καταβολής των χρεών σε δόσεις ή εφάπαξ, 2) στο κατώτερο ληξιπρόθεσμο ποσό οφειλής, για την οποία ζητείται η ποινική δίωξη, υπολογίζονται μαζί με τη βασική οφειλή και οι λοιπές επιβαρύνσεις από τόκους και προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής, 3) οι ποινές καθορίζονται βάσει του κατώτερου ποσού συνολικής κατά οφειλέτη ληξιπρόθεσμης οφειλής, ανεξάρτητα από το είδος του χρέους (παρακρατούμενοι, επιρριπτόμενοι φόροι, δάνεια με την εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου κ.λ.π.) και 4) αυξάνονται τα όρια του χρέους, για τη μη καταβολή το οποίου ζητείται η ποινική δίωξη του οφειλέτη. Κατά το μέρος που οι νέες αυτές διατάξεις δεν απαιτούν την καθυστέρηση περισσοτέρων χρεών, από οποιαδήποτε αιτία λαμβάνουν υπόψη, ως όριο για τη θεμελίωση του αξιοποίνου, το συνολικό ποσό του χρέους και όχι το ύψος κάθε επιμέρους χρέους, είναι δυσμενέστερες και συνεπώς για τις πράξεις που τελέσθηκαν πριν από την έναρξη της εφαρμογής τους εφαρμόζονται, εφόσον είναι ευμενέστερες, ως προς τις προϋποθέσεις ενάρξεως και θεμελιώσεως της ποινικής ευθύνης οι προγενέστερες διατάξεις που ίσχυαν κατά το χρόνο τελέσεώς τους (ΑΠ 1463, 1394, 1390/2008). Αντιθέτως, όταν το χρέος ή τα περισσότερα χρέη είναι καταβλητέα εφάπαξ και αφορούν πράξεις που τελέσθηκαν πριν την έναρξη εφαρμογής του άρθρου 34 παρ. 1 του Ν. 3220/2004, υπερβαίνει δε το καθένα από αυτά το τασσόμενο με τη διάταξη του άρθρου 25 του Ν. 1882/1990 , όπως αυτή αντικ. με το άρθρο 23 παρ. 1 του Ν. 2523/1997, κατώτερο όριο ποινικής ευθύνης του οφειλέτη (1.000.000 δρχ. προκειμένου περί παρακρατούμενων ή επιρριπτόμενων φόρων και 2.000.000 δρχ. προκειμένου περί λοιπών φόρων και χρεών γενικά), ενώ συγχρόνως υπερβαίνουν τα ίδια τα χρέη συνολικά το ποσό των 10.000 ευρώ, είναι οι διατάξεις του άρθρου 34 παρ. 1 του Ν. 3220/2004 ευμενέστερες για τους οφειλέτες του Δημοσίου και τυγχάνουν εφαρμογής, σύμφωνα με το άρθρο 2 παρ. 1 του ΠΚ, καθόσον αυξάνεται με αυτές το όριο της ποινικής ευθύνης του οφειλέτη στο ποσό των 10.000 ευρώ και ορίζεται ως χρόνος ενάρξεως της ποινικής ευθύνης του η παρέλευση τετραμήνου και όχι διμήνου από το τέλος της προθεσμίας κατά την οποίαν πρέπει να καταβληθεί το χρέος, ενώ συγχρόνως αυξάνονται και τα όρια του χρέους για τη μη καταβολή του οποίου ζητείται η ποινική δίωξη του οφειλέτη (ΑΠ 1300/2008). Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποία ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ΄ του ιδίου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν εκτίθενται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος, και αναφέρονται οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικοί συλλογισμοί με βάση τους οποίους υπήχθησαν τα περιστατικά που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει από την απόφαση με βεβαιότητα, ότι έχουν ληφθεί υπόψη και εκτιμηθεί όλα τα αποδεικτικά μέσα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κλπ), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα από αυτά, δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεων κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογική συσχετίσεως, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας (Ολ. ΑΠ 1/2005). Τέλος, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε΄ του ΚΠοινΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως συνιστά και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει, όταν το Δικαστήριο αποδίδει σε αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται, όταν το Δικαστήριο δεν υπήγαγε ορθώς τα πραγματικά περιστατικό, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στην εφαρμοσθείσα διάταξη, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάσθηκε εκ πλαγίου, για τον λόγο ότι έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στον συνδυασμό του διατακτικού προς το σκεπτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίστανται ανέφικτος ο έλεγχος από τον `Αρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα επισκοπούμενα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το δικάσαν κατ΄ έφεση Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης, δέχθηκε, στο αιτιολογικό της, τα εξής: "Οι κατηγορούμενοι στη ... κατά τα κατωτέρω χρονικά διαστήματα, νόμιμοι εκπρόσωποι τυγχάνοντες της εταιρίας με την επωνυμία "ΑΝΕΓΕΡΣΗ ΑΒΕΤΕ ΑΝΩΝΥΜΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ", που εδρεύει στη ..., ο μεν Χ2 ως Διευθύνων εντεταλμένος σύμβουλος, ο δε Χ1, ως Πρόεδρος και Διευθύνων Σύμβουλος αυτής, κατά το χρόνο που γεννήθηκαν τα κατωτέρω χρέη, ο μεν πρώτος εκκαλών κατά το χρονικό διάστημα από 31-3-2003, ο δε δεύτερος κατά χρονικό διάστημα από 31-5-2002 έως 28-6-2004, για περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος, καθυστέρησαν να καταβάλλουν βεβαιωμένα στις Δημόσιες Υπηρεσίες (Δ.Ο.Υ.) χρέη προς το Δημόσιο, συμπεριλαμβανομένων των κάθε είδους τόκων ή προσαυξήσεων, μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του πίνακα χρεών, για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνών, το συνολικό χρέος, σύμφωνα με τα οριζόμενα ανωτέρω, υπερβαίνει το ποσό των 120.000 ευρώ και ειδικότερα κατά το ως άνω χρονικό διάστημα καθυστέρησαν να καταβάλλουν χρέη προς το Δημόσιο βεβαιωμένα στη Δ.Ο.Υ. ΦΑΕ ..., ο μεν Χ1, τα με αύξοντα αριθμό 2, 10 και 11 του επισυναπτόμενου στο διατακτικό της παρούσας "Β" πίνακα χρεών βεβαιωμένα και ληξιπρόθεσμα χρέη του προς τη Δ.Ο.Υ. ΦΑΕ ... ποσού 3.067,112,64 ευρώ, 830.473,64 ευρώ και 579.189,14 ευρώ αντίστοιχα και συνολικού ποσού 4.476.775,42 ευρώ, ο δε Χ2 τα με αύξοντα αριθμό 3, 25, 26, 33, 34, 35, 36, 37, 38 και 39 του επισυναπτόμενου στο διατακτικό της παρούσας "Α" πίνακα χρεών βεβαιωμένα και ληξιπρόθεσμα χρέη του προς τη Δ.Ο.Υ. ΦΑΕ ... , ποσού 3.067,112,64 ευρώ, 830.473,64 ευρώ, 579.189,14 ευρώ, 1.152,80 ευρώ (Χ 7 φορές) αντίστοιχα και συνολικού ποσού 4.484.845,02 ευρώ, συμπεριλαμβανομένων των κάθε είδους τόκων ή προσαυξήσεων, μέχρι τις 23-3-2006 (ημερομηνία σύνταξης του συνημμένου πίνακα χρεών), για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνών από τη λήξη του χρόνου καταβολής τους, σύμφωνα με τους συνημμένους πίνακες χρεών, όπου αναγράφονται αναλυτικά τα άνω ποσά ως προς την αιτία για την οποία οφείλονται, αριθμό και ημερομηνία έκδοσης της βεβαίωσης του προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. ΦΑΕ ..., τον τρόπο και ημερομηνία καταβολής του καθενός. Ο ισχυρισμός των κατηγορουμένων ότι ελλείπει η αντικειμενική υπόσταση του αποδιδομένου σ΄ αυτούς αδικήματος, λόγω του ότι η σχετική έκθεση ελέγχου και η πράξη επιβολής προστίμου, δεν κοινοποιήθηκε νόμιμα σ΄ αυτούς κι ως εκ τούτου μη νόμιμη είναι η βεβαίωση από την Δ.Ο.Υ. ΦΑΕ ... των επίδικων φορολογικών χρεών, είναι αβάσιμος και απορριπτέος καθόσον η μη κοινοποίηση της έκθεσης ελέγχου και της πράξης επιβολής προστίμου, που είναι παρεπόμενη της προηγηθείσας βεβαίωσης, συνιστά πράξη απλής γνωστοποίησης του βεβαιωθέντος χρέους προς τον οφειλέτη και δεν επιδρά στο κύρος της βεβαίωσης. Επομένως οι κατηγορούμενοι πρέπει να κηρυχθούν ένοχοι κατ΄ εξακολούθηση των άνω πράξεων που τους αποδίδονται, με τις ελαφρυντικές όμως περιστάσεις του άρθρου 84 παρ. 2β ΠΚ, γιατί δέχεται το Δικαστήριο ότι ωθήθηκαν στην πράξη τους από μη ταπεινά αίτια και δη στα οικονομικά προβλήματα που αυτοί αντιμετώπιζαν". Ακολούθως δε το Δικαστήριο της ουσίας, αφού απέρριψε τον αυτοτελή ισχυρισμό των αναιρεσειόντων περί έλλειψης της αντικειμενικής υπόστασης του αποδιδόμενου σ΄ αυτούς αδικήματος, λόγω του ότι η σχετική έκθεση ελέγχου και η πράξη επιβολής προστίμου δεν κοινοποιήθηκε νόμιμα σ΄ αυτούς και ως εκ τούτου μη νόμιμη η βεβαίωση των επίδικων φορολογικών χρεών από την αρμόδια ΔΥΟ, κήρυξε ενόχους αμφοτέρους τους αναιρεσείοντες για το πλημμέλημα της φοροδιαφυγής κατ΄ εξακολούθηση και αφού δέχθηκε ότι στο πρόσωπο αυτών (αναιρεσειόντων) συντρέχει η ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ. 2 Β ΠΚ, επέβαλε σε καθένα αναιρεσείοντα ποινή φυλάκισης τριάντα (30) μηνών, την οποία μετέτρεψε σε χρηματική ποινή, προς 5 ευρώ κάθε ημέρα φυλάκισης.
Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του άνω εγκλήματος, για το οποίο καταδικάσθηκαν οι αναιρεσείοντες-κατηγορούμενοι, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των 26 παρ. 1α, 27 παρ. 1, 84 παρ. 2β και 98 του ΠΚ, 25 παρ. 1 εδ γ, 7 του Ν. 1882/1990, όπως αντικ. η παρ 1 με το άρθρο 23 παρ. 1 του Ν. 2523/1997 και στη συνέχεια με το άρθρο 34 παρ. 1 του Ν. 3220/2004, τις οποίες διατάξεις, κατά την προεκτεθείσα έννοια και χρονική ισχύ, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου, και να στερήσει έτσι την απόφασή του νόμιμης βάσεως. Ειδικότερα αναφέρονται στην αιτιολογία τα αποδεικτικά μέσα αυτά το είδος τους (έγγραφα, των κατηγορούμενων εκπροσωπηθέντων δια δικηγόρου), από τα οποία το Δικαστήριο, συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση, ενώ δεν υπήρχε, κατά νόμο, ανάγκη να τα παραθέσει αναλυτι9κά και να εκθέσει τι προέκυψε χωριστά από το καθένα από αυτά. Ειδικότερα και αναφορικά με τις επί μέρους αιτιάσεις των αναιρεσειόντων περί απαραδέκτου της ποινικής δίωξης σε βάρος τους λόγω μη οριστικοποίησης της φορολογικής παράβασής τους (χωρίς μάλιστα να αναφέρουν αν έχουν ασκήσει ή όχι προσφυγή ενώπιον των αρμοδίων διοικητικών δικαστηρίων), καθόσον η προαναφερόμενη προϋπόθεση που απαιτείται για τις λοιπές φορολογικές και συνάμα ποινικές παραβάσεις, δεν απαιτείται προκειμένου περί των εγκλημάτων, τα οποία συνίστανται στην παραβίαση της προθεσμίας καταβολής των χρεών προς το Δημόσιο και τρίτους που είναι βεβαιωμένα στις αρμόδιες υπηρεσίες, όπως ορθά δέχθηκε και το Δικαστήριο της ουσίας με την προσβαλλόμενη απόφαση. Για τους ίδιους λόγους (επιτάχυνση της διαδικασίας), στην περίπτωση παραβίασης της προθεσμίας καταβολής βεβαιωμένων χρεών προς το Δημόσιο, όπως είναι και στην κρινόμενη υπόθεση, δεν εφαρμόζεται η παραγρ. 4 του άρθρου 21 του Ν. 2523/1997 , σύμφωνα με την οποία για την άσκηση της ποινικής δίωξης η υποβολή της μηνυτήριας αναφοράς πρέπει να συνοδεύεται από επικυρωμένα αντίγραφα της οικείας έκθεσης ελέγχου, της καταλογιστικής πράξης του εν μέρει και των στοιχείων από τα οποία αποδεικνύεται η οριστικοποίηση της φορολογικής εγγραφής, όπως πρέπει να συμβαίνει για τις φορολογικές παραβάσεις των άρθρων 17 , 18 , 19 του Ν. 2523/1997 όχι δε και την καθυστέρηση καταβολής βεβαιωμένων ήδη χρεών προς το Δημόσιο (άρθρο 23 του ως άνω νόμου). Επομένως οι σχετικές περί απαραδέκτου της ποινικής δίωξης σε βάρος τους αιτιάσεις των αναιρεσειόντων με τις οποίες επιχειρούν τη θεμελίωση των από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε και Η περ. δ ΚΠΔ λόγων αναίρεσης (περί εσφαλμένης εφαρμογής του νόμου και αρνητικής υπέρβασης της εξουσίας του Δικαστηρίου λόγοι) είναι απορριπτέες ως αβάσιμες. Περαιτέρω είναι απορριπτέα ως αβάσιμη η αιτίαση των αναιρεσειόντων με την οποία διατείνονται ότι η βεβαίωση του προς το Δημόσιο χρέους τους δεν είναι έγκυρη λόγω της μη κοινοποίησης σ΄ αυτούς ατομικά και όχι στο Γραφείο Πτωχών του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης (λόγω πτώχευσης της ανωνύμου εταιρίας που εκπροσωπούσαν), τις σχετικής έκθεσης ελέγχου και της αντίστοιχης πράξης επιβολής προστίμου, καθόσον η τυχόν παράλειψη των εν λόγω κοινοποιήσεων που είναι πράξεις παρεπόμενες της προηγηθείσας βεβαίωσης και αποτελούν απλή γνωστοποίηση του βεβαιωθέντος χρέους προς τον οφειλέτη, δεν επηρεάζουν την εγκυρότητα της βεβαίωσης και εντεύθεν την ποινικοποίηση της εν λόγω φορολογικής παράβασης και τον καταλογισμό της πράξης σ΄ αυτούς. Όλες οι λοιπές αιτιάσεις, σε σχέση με τους παραπάνω λόγους (έλλειψη ειδικής αιτιολογίας, εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου και αρνητική υπέρβαση εξουσίας), διαλαμβανόμενες ρητώς η έμμεσα (έλλειψη αιτιολογίας) που εξετάζεται και αυτεπαγγέλτως - άρθρο 511 ΚΠΔ στην κρινόμενη αίτηση, πλήττουν την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα ως προς την ύπαρξη των περιστατικών που θεμελιώνουν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο καταδικάσθηκαν, και είναι γι΄ αυτό απορριπτέες ως απαράδεκτες.

Μετά απ΄ αυτά και αφού δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναίρεσης για έρευνα, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η κρινόμενη αίτηση και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 11 Απριλίου 2008 κοινή αίτηση των: 1) Χ1, κατοίκου ... και 2) Χ2, κατοίκου ..., για αναίρεση της υπ΄ αριθμ. 1715/2008 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης. Και

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται, για τον καθένα αυτών σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα την 1η Δεκεμβρίου 2009. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 18 Δεκεμβρίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ