Απόφ. Αρείου Πάγου 715/2009 (01/06/2009)

Με το αλληλόχρεο λογαριασμό οι απαιτήσεις από τις εμπορικές συναλλαγές δεν επιδιώκονται μεμονωμένα.

Α.Π. 715/2009 (Τμ. Α1 Πολ.)
Προεδρεύων: Δ. ΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ, Αρεοπαγίτης
Εισηγητής: ΓΕΩΡΓ. ΧΡΥΣΙΚΟΣ, Αρεοπαγίτης

Θέμα:

Με το αλληλόχρεο λογαριασμό οι απαιτήσεις από τις εμπορικές συναλλαγές δεν επιδιώκονται μεμονωμένα.

αλλά κατά το υπόλοιπο, το οποίο αποτελεί την μοναδική απαίτηση, που υπόκειται σε εικοσαετή παραγραφή

Ι. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559, αριθ. 1, του Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται [παραλείπεται το κείμενο].

Περαιτέρω, όπως προκύπτει από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 361 και 874 Α.Κ., 112 Εισ. Ν.Α.Κ., 669 Εμπ.Ν. και 64-67 του ν.δ. 17.7/13.8.1923 «περί ειδικών διατάξεων επί ανωνύμων εταιριών», αλληλόχρεος λογαριασμός είναι η σύμβαση, με την οποία συμφωνείται από τα μέρη, από τα οποία ένα τουλάχιστον είναι έμπορος, ότι οι εκατέρωθεν απαιτήσεις από τις συναλλαγές τους δεν θα επιδιώκονται μεμονωμένα, αλλά θα φέρονται σε κοινό λογαριασμό προς απόσβεσή τους κατά το μέρος που καλύπτονται, ώστε τελικά το κατά το κλείσιμο του λογαριασμού τυχόν κατάλοιπο να αποτελεί τη μοναδική απαίτηση μεταξύ των μερών. Ο λογαριασμός κλείνει περιοδικά, εκτός αντίθετης συμφωνίας, κάθε εξάμηνο και οριστικά με καταγγελία της συμβάσεως (Εισ.Ν.Α.Κ. 112 παρ. 2), οπότε οφείλεται, δι’ αποσβέσεως κατά τη διάρκεια λειτουργίας του λογαριασμού των επιμέρους κονδυλίων χρεωπιστώσεων που καλύπτονται, το κατά το κλείσιμο του λογαριασμού οριστικό κατάλοιπο. Για να υπάρχει αλληλόχρεος λογαριασμός χρειάζεται να υφίσταται τουλάχιστον δυνατότητα αποστολών και χρεώσεων και από τις δύο πλευρές και δεν ενδιαφέρει, αν, κατά τη διάρκεια του λογαριασμού, έγιναν πράγματι αποστολές και από τις δύο πλευρές (αμοιβαίος αλληλόχρεος λογαριασμός), ή αν ένα μόνο από τα συμβαλλόμενα μέρη προέβη σε αποστολές (απλός ή ετεροσκελής αλληλόχρεος λογαριασμός (Ολ. Α.Π. 31/1997). Η ενοχή δε περί του καταλοίπου, που προκύπτει από το κλείσιμο του λογαριασμού αυτού γεννιέται ανεξάρτητα από τα ιδιαίτερα κονδύλιά του, όταν ο οφειλέτης αφηρημένως υποσχέθηκε, πριν κλείσει ο λογαριασμός, την εξόφληση της οφειλής του από το κατάλοιπο ή αναγνώρισε, αφού έκλεισε ο λογαριασμός, την οφειλή αυτή. Η αποστολή λογιστικής εκκαθάρισης από το ένα μέρος στο άλλο θεωρείται, ότι ενέχει και πρόταση για αναγνώριση του καταλοίπου του αλληλόχρεου λογαριασμού, ως προς την αποδοχή δε της πρότασης αυτής είναι δυνατόν να έχει συμφωνηθεί εκ των προτέρων ότι αν ο αποδέκτης της εκκαθάρισης δεν αντιλέγει μέσα σε ορισμένη, εύλογη προθεσμία, το κατάλοιπο θα θεωρείται αναγνωρισμένο.

Έτσι, όταν ο δανειστής, που ενάγει, επικαλείται σύμβαση αναγνώρισης καταλοίπου αλληλόχρεου λογαριασμού, που έκλεισε, υποχρεούται να προτείνει και αποδείξει μόνον ότι η απαίτησή του προέρχεται από τέτοια αιτία, δηλαδή οφείλει να προτείνει να αποδείξει τα στοιχεία των δύο συμβάσεων του αλληλόχρεου λογαριασμού και της αναγνώρισης του καταλοίπου του, όχι δε και της ύπαρξης έγκυρης βασικής σχέσης ή σύμβασης στο πλαίσιο της οποίας λειτουργούσε δε ο αλληλόχρεος λογαριασμός, ενώ δεν χρειάζεται, επίσης, να καθορίσει και αποδείξει και καθένα από τα κονδύλια του αλληλόχρεου λογαριασμού χωριστά, ούτε τα στοιχεία τους, όπως το χρόνο και την αιτία αυτών (Α.Π. 1217/1995).

Στην προκειμένη περίπτωση, με την από 1.6.2002 αγωγή της, όπως από την επισκόπηση του δικογράφου της προκύπτει, η αναιρεσίβλητη εκθέτει τ’ ακόλουθα: [παραλείπεται το κείμενο].

ΙΙ. Όπως προκύπτει από τα συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 361 και 674 του Α.Κ., 112 του Εισ. Ν του Α.Κ, 669 Εμπ. Ν και 64-67 του ν.δ. 17.7./13.8.1923 με τη σύμβαση του αλληλόχρεου λογαριασμού οι εκατέρωθεν απαιτήσεις των μερών δεν επιδιώκονται μεμονωμένα, χάνουν την αυτοτέλειά τους με την καταχώριση στο λογαριασμό, και τελικά το κατά το κλείσιμο του λογαριασμού τυχόν κατάλοιπο αποτελεί τη μοναδική απαίτηση μεταξύ των μερών που υπόκειται στην προβλεπόμενη από τη διάταξη του άρθρου 249 του Α.Κ. εικοσαετή παραγραφή και όχι στην πενταετή που προβλέπεται από τη διάταξη του άρθρου 250, παρ. 1, του Α.Κ. για την οποία καθιερώνεται η συνδρομή ειδικών προϋποθέσεων.

Στην προκειμένη περίπτωση [παραλείπεται το κείμενο].

ΙΙΙ. Κατά την έννοια του άρθρου 281 Α.Κ. το δικαίωμα ασκείται καταχρηστικά και όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου, που προηγήθηκε της ασκήσεώς του, καθώς και η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε κατά το διάστημα που μεσολάβησε, δημιούργησαν στον οφειλέτη την εύλογη πεποίθηση ότι δεν θα ασκηθεί το δικαίωμα, σε τρόπο ώστε η μεταγενέστερη άσκησή του, που θα έχει επαχθείς για τον οφειλέτη συνέπειες, να μη δικαιολογείται επαρκώς και να υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Μόνη η μακροχρόνια αδράνεια του δικαιούχου και όταν ακόμη δημιούργησε στον οφειλέτη την πεποίθηση ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα ή ότι δεν πρόκειται πλέον να ασκηθεί, δεν αρκεί για να καταστήσει καταχρηστική τη μεταγενέστερη άσκηση αυτού, αλλ’ απαιτείται να συντρέχουν προσθέτως ειδικές συνθήκες και περιστάσεις, προερχόμενες κυρίως από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου και του οφειλέτη, ενόψει των οποίων και της αδρανείας του δικαιούχου, η επακολουθούσα άσκηση του δικαιώματος, που τείνει σε ανατροπή της καταστάσεως που δημιουργήθηκε υπό τις παραπάνω ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε επί μακρό χρόνο, να εξέρχεται των ορίων που επιβάλλει η διάταξη του άρθρου 281 Α.Κ.

Στην περίπτωση αυτή, η επιχειρούμενη από το δικαιούχο ανατροπή της πιο πάνω καταστάσεως δεν είναι απαραίτητο να προκαλεί αφόρητες ή δυσβάστακτες συνέπειες για τον οφειλέτη και να θέτει έτσι σε κίνδυνο την οικονομική υπόσταση της επιχειρήσεώς του, αλλ’ αρκεί να έχει δυσμενείς απλώς επιπτώσεις στα συμφέροντά του.

Εξάλλου, για την εφαρμογή της διάταξης αυτής και τη θεμελίωση της επ’ αυτής ενστάσεως καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος, απαιτείται η υπέρβαση των πιο πάνω ορίων που ορίζονται στη διάταξη αυτή από την άσκηση του επιδιωκόμενου δικαιώματος με την αγωγή να είναι προφανής (Α.Π. 1992/2006 και 1618/2006).

Στην προκειμένη περίπτωση [παραλείπεται το κείμενο].

ΣΗΜ.: Από τις προαναφερόμενες αποφάσεις η Α.Π. 31/1997 Ολομ. έχει δημοσιευθεί στο τεύχος της 1.2.1998 (σ. 78) με τον τίτλο : «Ο ομόρρυθμος εταίρος ευθύνεται για το κατά το κλείσιμο αλληλόχρεου λογαριασμού της Ο.Ε. παθητικό κατάλοιπο. Οποτεδήποτε και αν γίνει, υπό την προυπόθεση, ότι ο λ/σμός εμφανίζει παθητικό κατά τον χρόνο αποχωρήσεώς του από την Ο.Ε.».

Αντίγραφο των λοιπών αποφάσεων μπορούν να λάβουν οι ενδιαφερόμενες εταιρείες από την Νομική Υπηρεσία του Συνδέσμου.