Απόφ. 6459/2007 (27/12/2007)

Κεφαλαιακές απαιτήσεις Επιχειρήσεων Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών έναντι του λειτουργικού κινδύνου.

ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ
ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΚΕΦΑΛΑΙΑΓΟΡΑΣ
Ν.Π.Δ.Δ.

ΑΠΟΦΑΣΗ 6/459/27.12.2007
του Διοικητικού Συμβουλίου
ΘΕΜΑ:

Κεφαλαιακές απαιτήσεις Επιχειρήσεων Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών έναντι του λειτουργικού κινδύνου.

ΤΟ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΚΕΦΑΛΑΙΑΓΟΡΑΣ

Λαμβάνοντας υπόψη:

α) την παράγραφο 2 του άρθρου 72 και το άρθρο 81 του Ν. 3601/1.8.2007 «Ανάληψη και άσκηση δραστηριοτήτων από τα πιστωτικά ιδρύματα, επάρκεια ιδίων κεφαλαίων των πιστωτικών ιδρυμάτων και των επιχειρήσεων παροχής επενδυτικών υπηρεσιών και λοιπές διατάξεις» (ΦΕΚ Α/178/1.8.2007),

β) τα άρθρα 102 έως 105 και το Παράρτημα X της Οδηγίας 2006/48/ΕΚ σχετικά με την ανάληψη και την άσκηση δραστηριότητας πιστωτικών ιδρυμάτων,

γ) την Οδηγία 2006/49/ΕΚ σχετικά με την επάρκεια ιδίων κεφαλαίων των Επιχειρήσεων Επενδύσεων και των Πιστωτικών Ιδρυμάτων,

δ) το άρθρο 90 του Π.Δ. 63/2005 «Κωδικοποίηση της νομοθεσίας για την Κυβέρνηση και τα κυβερνητικά όργανα» (ΦΕΚ Α/98/2005),

ε) την ανάγκη ενσωμάτωσης της Οδηγίας 2006/49/ΕΚ και των άρθρων 102 έως 105, καθώς και του Παραρτήματος X της Οδηγίας 2006/48/ΕΚ στο Ελληνικό δίκαιο.

ΑΠΟΦΑΣΙΖΕΙ ΟΜΟΦΩΝΑ

Αρθρο 1
Υπολογισμός κεφαλαιακών απαιτήσεων έναντι λειτουργικού κινδύνου σε ατομική και σε ενοποιημένη βάση

Οι Επιχειρήσεις Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών υπολογίζουν σε ατομική και σε ενοποιημένη βάση τις κεφαλαιακές απαιτήσεις έναντι λειτουργικού κινδύνου για το σύνολο των επιχειρηματικών δραστηριοτήτων τους σύμφωνα με το άρθρο 2 της παρούσας, με την επιφύλαξη του άρθρου 3 της Απόφασης της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς 1/459/27.12.2007 «Πλαίσιο υπολογισμού κεφαλαιακών απαιτήσεων των Επιχειρήσεων Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών»

Αρθρο 2
Μέθοδοι υπολογισμού κεφαλαιακών απαιτήσεων έναντι λειτουργικού κινδύνου

1. Οι Επιχειρήσεις Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών υπολογίζουν τις κεφαλαιακές απαιτήσεις έναντι λειτουργικού κινδύνου με μια απο τις παρακάτω μεθόδους:

α. τη Μέθοδο του Βασικού Δείκτη,

β. την Τυποποιημένη Μέθοδο, ή

γ. τις Εξελιγμένες Μεθόδους Μέτρησης.

Η υιοθέτηση της Τυποποιημένης Μεθόδου ή των Εξελιγμένων Μεθόδων Μέτρησης προϋποθέτει την χορήγηση σχετικής άδειας από την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς.

2. Οι Επιχειρήσεις Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών που χρησιμοποιούν τη Τυποποιημένη Μέθοδο δεν επανέρχονται στη χρήση της Μεθόδου του Βασικού Δείκτη παρά μόνον μετά από σύμφωνη γνώμη της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς και εφόσον υφίστανται αποδεδειγμένα σημαντικοί λόγοι.

3. Οι Επιχειρήσεις Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών που χρησιμοποιούν μια από τις Εξελιγμένες Μεθόδους Μέτρησης δεν επανέρχονται στη χρήση της Τυποποιημένης Μεθόδου ή της Μεθόδου του Βασικού Δείκτη, παρά μόνον μετά από σύμφωνη γνώμη της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς και εφόσον υφίστανται αποδεδειγμένα σημαντικοί λόγοι.

Αρθρο 3
Υποβολή αναφορών κεφαλαιακών απαιτήσεων έναντι λειτουργικού κινδύνου

Τα στοιχεία υπολογισμού κεφαλαιακών απαιτήσεων έναντι λειτουργικού κινδύνου υποβάλλονται στην Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στο άρθρο 6 της Απόφασης της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς 1/459/27.12.2007 «Πλαίσιο υπολογισμού κεφαλαιακών απαιτήσεων των Επιχειρήσεων Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών».

Αρθρο 4
Μέθοδος Βασικού Δείκτη

1. Στη μέθοδο του Βασικού Δείκτη οι κεφαλαιακές απαιτήσεις έναντι του λειτουργικού κινδύνου υπολογίζονται ως το γινόμενο του Σχετικού Δείκτη επί το συντελεστή λειτουργικού κινδύνου.

2. Ο Σχετικός Δείκτης ορίζεται ως μέσος όρος των Ακαθάριστων Λειτουργικών Εσόδων των τριών τελευταίων, πριν την ημερομηνία αναφοράς, ελεγμένων από Ορκωτό Ελεγκτή Λογιστή, διαχειριστικών χρήσεων. Τα κατ΄ έτος Ακαθάριστα Λειτουργικά Έσοδα υπολογίζονται, με την επιφύλαξη των προβλεπομένων στο Παράρτημα ΙΙ της παρούσας Απόφασης, ως το αλγεβρικό άθροισμα των στοιχείων του Πίνακα Α ή Β, κατά περίπτωση, του Παραρτήματος Ι της παρούσας Απόφασης που περιλαμβάνονται στο λογαριασμό αποτελεσμάτων χρήσεως με το ανάλογο πρόσημο, λαμβανομένων υπόψη τυχόν παρατηρήσεων της εταιρίας ή του Ορκωτού Ελεγκτή Λογιστή. Εάν δεν είναι διαθέσιμα ελεγμένα στοιχεία, μπορούν να χρησιμοποιούνται εκτιμήσεις.

3. Ο Σχετικός Δείκτης υπολογίζεται ως το άθροισμα των Ακαθάριστων Λειτουργικών Εσόδων των διαχειριστικών χρήσεων, για τις οποίες υπάρχουν θετικά αποτελέσματα, διαιρούμενο με τον αριθμό των διαχειριστικών χρήσεων, για τις οποίες υπάρχουν θετικά αποτελέσματα. Αν για κάποια χρήση τα Ακαθάριστα Λειτουργικά Έσοδα είναι αρνητικά ή μηδενικά, η χρήση αυτή δεν λαμβάνεται υπόψη στον υπολογισμό του μέσου όρου.

4. Ο συντελεστής λειτουργικού κινδύνου ορίζεται σε ποσοστό 15%.

Αρθρο 5
Τυποποιημένη Μέθοδος

1. Η υιοθέτηση της Τυποποιημένης Μεθόδου σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στο Παράρτημα III της παρούσας Απόφασης, προϋποθέτει τη χορήγηση σχετικής άδειας από την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς. Οι Επιχειρήσεις Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών οφείλουν να παρέχουν στην Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς βεβαίωση, συνοδευόμενη από τα απαιτούμενα στοιχεία που τεκμηριώνουν ότι πληρούνται όλα τα κριτήρια και οι προϋποθέσεις για την εφαρμογή της μεθόδου, σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στο Παράρτημα ΙΙΙ της παρούσας Απόφασης.

2. Οι Επιχειρήσεις Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών κατανέμουν τις δραστηριότητές τους στους επιχειρηματικούς τομείς που παρατίθενται στον Πίνακα 1 του Παραρτήματος ΙΙΙ της παρούσας Απόφασης.

3. Ως Σχετικός Δείκτης ορίζεται το σύνολο των Ακαθαρίστων Λειτουργικών Εσόδων ανά επιχειρηματικό τομέα για κάθε διαχειριστική χρήση, τα οποία προσδιορίζονται κατ΄ αναλογία με τα προβλεπόμενα για τη μέθοδο του Βασικού Δείκτη (Παράρτημα Ι και ΙΙ της παρούσας Απόφασης). Σε περίπτωση που δεν είναι διαθέσιμα ελεγμένα στοιχεία, μπορούν να χρησιμοποιούνται εκτιμήσεις.

4. Στην τυποποιημένη μέθοδο, η κεφαλαιακή απαίτηση για λειτουργικό κίνδυνο ισούται με το μέσο όρο σε τριετή βάση των σταθμισμένων έναντι λειτουργικού κινδύνου Σχετικών Δεικτών (δηλαδή των Ακαθάριστων Λειτουργικών Εσόδων), που υπολογίζονται κατ΄ έτος για όλους τους επιχειρηματικούς τομείς του Πίνακα 1 του Παραρτήματος ΙΙΙ της παρούσας Απόφασης. Κατ΄ έτος, μια αρνητική κεφαλαιακή απαίτηση σε έναν επιχειρηματικό τομέα, προκύπτουσα από αρνητικό Σχετικό Δείκτη, μπορεί να καταλογισθεί στο σύνολο. Εάν η αθροισμένη κεφαλαιακή απαίτηση όλων των επιχειρηματικών τομέων εντός ενός δεδομένου έτους είναι αρνητική, τότε ο μέσος όρος για το εν λόγω έτος θα είναι μηδέν. Το άθροισμα των κεφαλαιακών απαιτήσεων ανά επιχειρηματικό τομέα αποτελεί τη συνολική κεφαλαιακή απαίτηση για λειτουργικό κίνδυνο.

5. Μέχρι τις 31 Δεκεμβρίου 2012, οι Επιχειρήσεις Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών, των οποίων τα Ακαθάριστα Λειτουργικά Έσοδα που προκύπτουν από τον επιχειρηματικό τομέα «Διαπραγμάτευση και πωλήσεις χρηματοπιστωτικών μέσων» αντιπροσωπεύουν το 50 % τουλάχιστον του συνόλου των Ακαθάριστων Λειτουργικών Εσόδων, δύνανται να εφαρμόζουν συντελεστή 15 % για τον εν λόγω επιχειρηματικό τομέα κατά τον υπολογισμό των κεφαλαιακών απαιτήσεων λειτουργικού κινδύνου, σύμφωνα με τις παραγράφους 2 ως 4 του παρόντος άρθρου και το παράρτημα III της παρούσας Απόφασης.

Αρθρο 6
Εξελιγμένες Μέθοδοι Μέτρησης

Η υιοθέτηση μιας Εξελιγμένης Μεθόδου Μέτρησης, σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στο Παράρτημα IV της παρούσας Απόφασης, από μια Επιχείρηση Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών προϋποθέτει την παροχή σχετικής άδειας από την Επιτροπή της Κεφαλαιαγοράς, βάσει των κριτηρίων του Παραρτήματος IV της παρούσας Απόφασης. Η Επιχείρηση Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών θα διαβεβαιώνει την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς ότι πληροί τουλάχιστον τα κριτήρια του Παραρτήματος IV της παρούσας Απόφασης, επιπλέον των γενικών προτύπων διαχείρισης κινδύνων του `Αρθρου 71 του Ν. 3601/2007, και των σχετικών κριτηρίων της Απόφασης της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς 2/452/1.11.2007 «Οργανωτικές απαιτήσεις για την λειτουργία των ΑΕΠΕΥ». Η πλήρωση των κριτηρίων διαπιστώνεται από την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις, προς την οποία γνωστοποιείται και κάθε σημαντική μεταβολή για αξιολόγηση.

Αρθρο 7
Συνδυασμός μεθόδων

1. Κατόπιν σχετικής έγκρισης της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς, οι Επιχειρήσεις Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών επιτρέπεται να χρησιμοποιούν μια Εξελιγμένη Μέθοδο Μέτρησης λειτουργικού κινδύνου σε συνδυασμό είτε με τη Μέθοδο του Βασικού Δείκτη είτε με την Τυποποιημένη Μέθοδο, με τις ακόλουθες προϋποθέσεις:

α. Να λαμβάνεται υπόψη το σύνολο των δραστηριοτήτων της Επιχείρησης Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών και να πληρούνται οι ελάχιστες προϋποθέσεις των Παραρτημάτων ΙΙΙ και IV της παρούσας Απόφασης για το μέρος των δραστηριοτήτων που καλύπτεται από την Τυποποιημένη και την Εξελιγμένη Μέθοδο Μέτρησης, αντίστοιχα.

β. Κατά την ημερομηνία εφαρμογής της Εξελιγμένης Μεθόδου Μέτρησης, η μέθοδος αυτή θα πρέπει να καλύπτει ένα ουσιαστικό μέρος των λειτουργικών κινδύνων της Επιχείρησης Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών.

γ. Η Επιχείρηση Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών υποχρεούται να επεκτείνει σταδιακά τη χρήση της Εξελιγμένης Μεθόδου Μέτρησης σε σημαντικό τμήμα των δραστηριοτήτων της, βάσει χρονοδιαγράμματος που έχει εγκριθεί από την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς.

2. Η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς μπορεί να επιτρέψει το συνδυασμό της μεθόδου του Βασικού Δείκτη και της Τυποποιημένης Μεθόδου μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις, όπως η πρόσφατη απόκτηση νέων δραστηριοτήτων που ενδέχεται να απαιτήσει μια μεταβατική περίοδο για τη σταδιακή επέκταση της τυποποιημένης μεθόδου και εφόσον συνοδεύεται από εγκεκριμένο από την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς χρονοδιάγραμμα σταδιακής επέκτασης της εφαρμογής της Τυποποιημένης Μεθόδου, που δεν θα υπερβαίνει τα επόμενα δύο έτη.

Αρθρο 8
Τελικές Διατάξεις

1. Τα επισυναπτόμενα Παραρτήματα αποτελούν αναπόσπαστο μέρος της παρούσας Απόφασης.

2. Η ισχύς της παρούσας Απόφασης αρχίζει από την 1/1/2008.

3. Από τις διατάξεις της παρούσας Απόφασης δεν προκαλείται δαπάνη σε βάρος του Κρατικού Προϋπολογισμού.

4. Η Απόφαση αυτή να δημοσιευθεί στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (Τεύχος Β΄).

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ Ι
Υπολογισμός Ακαθάριστων Λειτουργικών Εσόδων

Για τις ΕΠΕΥ που εφαρμόζουν το Γενικό Λογιστικό Σχέδιο

Πίνακας Α
1. Προμήθειες / αμοιβές εισπρακτέες
2. Προμήθειες / αμοιβές πληρωτέες
3. `Αλλα έσοδα εκμετάλλευσης
4. Έσοδα από μετοχές και άλλους τίτλους μεταβλητής ή σταθερής απόδοσης
5. Τόκοι εισπρακτέοι και εξομοιούμενα έσοδα
6. Τόκοι πληρωτέοι και εξομοιούμενα έξοδα
7. Καθαρό αποτέλεσμα από χρηματοοικονομικές πράξεις

Για τις ΕΠΕΥ που εφαρμόζουν Διεθνή Λογιστικά Πρότυπα

Πίνακας Β
1. Προμήθειες / αμοιβές εισπρακτέες
2. Προμήθειες / αμοιβές πληρωτέες
3. Έσοδα από μερίσματα
4. Καθαρά πραγματοποιημένα Κέρδη / Ζημίες από χρηματοπιστωτικά μέσα που δεν επιμετρούνται στην εύλογη αξία μέσω των Αποτελεσμάτων, εφόσον περιλαμβάνονται στο χαρτοφυλάκιο συναλλαγών
5. Καθαρά Κέρδη / Ζημίες από χρηματοπιστωτικά μέσα Διαθέσιμα προς Πώληση
6. Καθαρά Κέρδη / Ζημίες από χρηματοπιστωτικά μέσα που επιμετρούνται στην εύλογη αξία μέσω των Αποτελεσμάτων, εφόσον περιλαμβάνονται στο χαρτοφυλάκιο συναλλαγών
7. Κέρδη / ζημίες από την αντιστάθμιση χρηματοπιστωτικών μέσων
8. Τόκοι εισπρακτέοι και εξομοιούμενα έσοδα
9. Τόκοι πληρωτέοι και εξομοιούμενα έξοδα
10. Συναλλαγματικές Διαφορές
11. Λοιπά λειτουργικά έσοδα

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ ΙΙ
Μέθοδος Βασικού Δείκτη

Όσον αφορά τα στοιχεία, που λαμβάνονται υπόψη στη διαμόρφωση του Σχετικού Δείκτη ισχύουν τα εξής:

1. Τα Ακαθάριστα Λειτουργικά Έσοδα υπολογίζονται πριν την αφαίρεση των προβλέψεων (γενικών και ειδικών) και των λειτουργικών εξόδων.

2. Τα λειτουργικά έξοδα περιλαμβάνουν τα έξοδα εξωτερικής ανάθεσης υπηρεσιών, σε επιχειρήσεις που δεν είναι μητρικές ή θυγατρικές της Επιχείρησης Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών, ούτε θυγατρική επιχείρησης της οποίας είναι θυγατρική και η Επιχείρηση Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών. Τα έξοδα για την εξωτερική ανάθεση υπηρεσιών επιτρέπεται να μειώνουν το Σχετικό Δείκτη εισοδήματος, αν καταβάλλονται σε επιχειρήσεις που εποπτεύονται ισοδυνάμως με Επιχείρηση Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών.

3. Τα πραγματοποιηθέντα κέρδη / ζημίες από την πώληση στοιχείων εκτός χαρτοφυλακίου συναλλαγών, τα έκτακτα ή μη επαναλαμβανόμενα έσοδα καθώς και τα έσοδα από ασφαλιστικές εργασίες δεν λαμβάνονται υπόψη στον υπολογισμό του Σχετικού Δείκτη.

4. Οι αναπροσαρμογές της αξίας των στοιχείων του χαρτοφυλακίου συναλλαγών οι οποίες καταχωρούνται στα αποτελέσματα χρήσης, μπορούν να συμπεριληφθούν στον υπολογισμό του Σχετικού Δείκτη.

5. Οι διαφορές από την αναπροσαρμογή της αξίας στην αγοραία τιμή των τίτλων που δεν περιλαμβάνονται στις «Συμμετοχές σε συγγενείς και θυγατρικές επιχειρήσεις» και οι οποίες καταχωρούνται στα αποτελέσματα χρήσης θα πρέπει να συμπεριληφθούν στον υπολογισμό.

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ ΙΙΙ
Τυποποιημένη Μέθοδος

ΤΜΗΜΑ Α: Έλεγχος εκπλήρωσης ελάχιστων προϋποθέσεων για την υιοθέτηση της Τυποποιημένης Μεθόδου

1. Οι Επιχειρήσεις Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών που χρησιμοποιούν την Τυποποιημένη Μέθοδο οφείλουν να πληρούν τις ελάχιστες προϋποθέσεις του τμήματος Β του παρόντος παραρτήματος, επιπλέον των γενικών προτύπων διαχείρισης κινδύνων του `Αρθρου 71 του Ν. 3601/2007, και των σχετικών κριτηρίων της Απόφασης της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς 2/452/1.11.2007 «Οργανωτικές απαιτήσεις για την λειτουργία των ΑΕΠΕΥ».

2. Η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς θα αξιολογεί σε κάθε περίπτωση την τήρηση των ελαχίστων προϋποθέσεων με γνώμονα το μέγεθος και την κλίμακα των δραστηριοτήτων της Επιχείρησης Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών και την αρχή της αναλογικότητας.

ΤΜΗΜΑ Β: Ελάχιστες προϋποθέσεις

Οι ελάχιστες προϋποθέσεις, τις οποίες οφείλουν να πληρούν οι Επιχειρήσεις Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών προκειμένου να υιοθετήσουν την Τυποποιημένη Προσέγγιση, είναι οι ακόλουθες:

α. Οι Επιχειρήσεις Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών πρέπει να διαθέτουν πλήρως και γραπτώς τεκμηριωμένο σύστημα εκτίμησης και διαχείρισης του λειτουργικού κινδύνου, με σαφή κατανομή των σχετικών αρμοδιοτήτων, το οποίο θα καλύπτει την αναγνώριση, αξιολόγηση, παρακολούθηση, τον έλεγχο και τη μείωση του λειτουργικού κινδύνου, τη συλλογή δεδομένων ζημιών και τις αναφορές. Επίσης, πρέπει να προσδιορίζουν τα ανοίγματά τους που υπόκεινται σε λειτουργικό κίνδυνο και να παρακολουθούν τα κατάλληλα δεδομένα που σχετίζονται με τον κίνδυνο αυτό, ιδίως εκείνα που αφορούν τις σημαντικές ζημίες, σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στο στοιχείο (β) κατωτέρω. Το σύστημα πρέπει να υπόκειται σε τακτική ανεξάρτητη επανεξέταση.

β. Οι Επιχειρήσεις Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών πρέπει να διαθέτουν διαδικασίες παρακολούθησης των δεδομένων που σχετίζονται με το λειτουργικό κίνδυνο, συμπεριλαμβανομένης της καταχώρισης των «ζημιών» που υπέστησαν σε βάση δεδομένων, σύμφωνα με τα ακόλουθα: (1). Το ελάχιστο ύψος ζημιών που θα καταγράφεται ανέρχεται στα € 500.

(2). Η βάση δεδομένων ζημιών από γεγονότα λειτουργικού κινδύνου θα περιέχει στοιχεία τουλάχιστον ενός έτους.

(3). Η καταγραφή των γεγονότων λειτουργικού κινδύνου θα είναι συμβατή με τις κατηγορίες γεγονότων του Πίνακα 2 και τους επιχειρηματικούς τομείς του Πίνακα 1 του παρόντος Παραρτήματος.

(4). Στη βάση δεδομένων ζημιών θα καταγράφονται οι πραγματικές ζημιές από γεγονότα λειτουργικού κινδύνου που έχουν συμβεί στο παρελθόν. Οι Επιχειρήσεις Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών ενθαρρύνονται να καταγράφουν σταδιακά ενδεχόμενες ζημιές από συμβάντα λειτουργικού κινδύνου που αποφεύχθηκαν, καθώς και να αναπτύσσουν σχετικά σενάρια ενδεχόμενων ζημιών.

(5). Στην πολιτική διαχείρισης λειτουργικού κινδύνου θα καθορίζονται:

- οι πηγές άντλησης των στοιχείων των σχετικών με γεγονότα λειτουργικού κινδύνου και των αντίστοιχων ζημιών,

- ο χρόνος καταγραφής,

- τα αρμόδια στελέχη της Επιχείρησης Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών για την καταχώριση των δεδομένων αυτών, καθώς και

- η μορφή του προγράμματος/ φόρμας αναφοράς, στην οποία καταχωρούνται τα δεδομένα.

γ. Το σύστημα αξιολόγησης του λειτουργικού κινδύνου πρέπει να είναι στενά ενταγμένο στη διαδικασία διαχείρισης κινδύνων της Επιχείρησης Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών. Τα αποτελέσματά του πρέπει να αποτελούν αναπόσπαστο μέρος της διαδικασίας παρακολούθησης και ελέγχου του προφίλ λειτουργικού κινδύνου της Επιχείρησης Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών.

δ. Οι Επιχειρήσεις Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών πρέπει να διαθέτουν σύστημα διοικητικών εκθέσεων που παρέχει στα αρμόδια τμήματα, στις εμπλεκόμενες επιχειρησιακές μονάδες ή και στις αρμόδιες επιτροπές, πληροφορίες σχετικά με το λειτουργικό κίνδυνο. Οι Επιχειρήσεις Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών πρέπει να διαθέτουν διαδικασίες για τη λήψη των κατάλληλων μέτρων με βάση τις πληροφορίες που περιέχονται στις διοικητικές εκθέσεις. Οι διαδικασίες αυτές θα περιγράφουν σαφώς τις ενδεχόμενες διορθωτικές ενέργειες και την παρακολούθηση της υλοποίησης αυτών και θα καλύπτουν επίσης τη λήψη μέτρων, σε περίπτωση μη συμμόρφωσης.

ΤΜΗΜΑ Γ: Αρχές αντιστοίχισης των δραστηριοτήτων με τους επιχειρηματικούς τομείς

1. Οι Επιχειρήσεις Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών υποχρεούνται να αναπτύξουν και να τεκμηριώσουν γραπτώς συγκεκριμένες πολιτικές και κριτήρια για την αντιστοίχιση των επιχειρηματικών δραστηριοτήτων με τους επιχειρηματικούς τομείς. Τα κριτήρια αντιστοίχισης πρέπει να αναθεωρούνται και να προσαρμόζονται σε συνάρτηση με την εξέλιξη και τις μεταβολές των δραστηριοτήτων και των κινδύνων.

2. Οι αρχές αντιστοίχισης με τους επιχειρηματικούς τομείς είναι οι ακόλουθες:

α. Όλες οι δραστηριότητες μιας Επιχείρησης Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών πρέπει να αντιστοιχίζονται με τους επιχειρηματικούς τομείς, χωρίς επικαλύψεις.

β. Οι δραστηριότητες που δεν εμπίπτουν σε κάποιον από τους προκαθορισμένους τομείς, αλλά αποτελούν υποστηρικτικές λειτουργίες σε κάποια από τις βασικές δραστηριότητες, πρέπει να ταξινομούνται στον επιχειρηματικό τομέα που εντάσσεται η βασική δραστηριότητα.

γ. Αν οι εν λόγω δραστηριότητες έχουν υποστηρικτικό χαρακτήρα για περισσότερους επιχειρηματικούς τομείς, θα πρέπει να προσδιορίζονται από την Επιχείρηση Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών με αντικειμενικά κριτήρια αντιστοίχισης.

δ. Σε περίπτωση που δεν είναι εφικτή η αντιστοίχιση μιας δραστηριότητας με συγκεκριμένο επιχειρηματικό τομέα, τότε αυτή θα λαμβάνει τον υψηλότερο συντελεστή (18%). Τον ίδιο συντελεστή θα λαμβάνουν και οι τυχόν υποστηρικτικές σε αυτή λειτουργίες.

ε. Η αντιστοίχιση των δραστηριοτήτων με τους επιχειρηματικούς τομείς πρέπει να είναι συνεπής με τις κατηγορίες που χρησιμοποιούνται για τον πιστωτικό κίνδυνο και τον κίνδυνο αγοράς.

στ. Η διοίκηση της Επιχείρησης Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών είναι υπεύθυνη για τη διαμόρφωση πολιτικής αντιστοίχισης των δραστηριοτήτων με τους αντίστοιχους επιχειρηματικούς τομείς.

ζ. Η διαδικασία αντιστοίχισης θα πρέπει να υπόκειται σε ανεξάρτητη επανεξέταση.

3. Οι Επιχειρήσεις Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών μπορούν να χρησιμοποιούν τις δικές τους μεθόδους εσωτερικής τιμολόγησης για την κατανομή των εσόδων ανά επιχειρηματικό τομέα. Τα κόστη που συνδέονται με έναν επιχειρηματικό τομέα αλλά καταλογίζονται σε άλλον, μπορούν να αντιστοιχίζονται εκ νέου με τον επιχειρηματικό τομέα με τον οποίο συνδέονται, με τη χρήση για παράδειγμα μεθόδου που βασίζεται στην εσωτερική μεταφορά κόστους ανάμεσα στους δύο επιχειρηματικούς τομείς.

Πίνακας 1: Συντελεστές λειτουργικού κινδύνου ανά επιχειρηματικό τομέα

Επιχειρηματικός Τομέας Δραστηριότητες ανά επιχειρηματικό τομέα Συντελεστής
Υπηρεσίες προς Επιχειρήσεις - Αναδοχή ή /και τοποθέτηση χρηματοπιστωτικών μέσων (με ανάληψη του κινδύνου αγοράς) - Υπηρεσίες συνδεόμενες με την αναδοχή
- Υπηρεσίες επενδυτικών συμβουλών
- Υπηρεσίες συμβουλών σε επιχειρήσεις για θέματα κεφαλαιακής διάρθρωσης, βιομηχανικής στρατηγικής και συναφή θέματα, συμβουλές και υπηρεσίες σχετικά με συγχωνεύσεις και εξαγορές επιχειρήσεων
- Έρευνα επενδύσεων και χρηματοοικονομική ανάλυση, καθώς και κάθε άλλη μορφή γενικών συστάσεων σχετικά με συναλλαγές σε χρηματοπιστωτικά μέσα
18%
Διαπραγμάτευση και πωλήσεις χρηματοπιστωτικών μέσων - Εκτέλεση εντολών για λογαριασμό πελατών
- Λήψη και διαβίβαση εντολών σχετικών με ένα ή περισσότερα χρηματοπιστωτικά μέσα
- Τοποθέτηση χρηματοπιστωτικών μέσων (χωρίς ανάληψη κινδύνου αγοράς)
- Εκμετάλλευση πολυμερών συστημάτων διαπραγμάτευσης τίτλων
- Διαπραγμάτευση για ίδιο λογαριασμό
- Διαμεσολάβηση στις διατραπεζικές χρηματαγορές
18%
Υπηρεσίες χρηματιστηριακής διαμεσολάβησης σε πελάτες λιανικής - Λήψη και διαβίβαση εντολών σχετικών με ένα ή περισσότερα χρηματοπιστωτικά μέσα
- Τοποθέτηση χρηματοπιστωτικών μέσων (χωρίς ανάληψη κινδύνου)
- Εκτέλεση εντολών για λογαριασμό πελατών
12%
Παροχή πιστώσεων σε πελάτες λιανικής - Παροχή πιστώσεων ή δανείων σε πελάτες λιανικής προς διενέργεια συναλλαγών σε τίτλους εφόσον στις συναλλαγές παρεμβάλλεται η επιχείρηση που παρέχει την πίστωση 12%
Παροχή πιστώσεων σε λοιπούς, εκτός πελατών λιανικής, πελάτες - Παροχή πιστώσεων ή δανείων σε λοιπούς, εκτός πελατών λιανικής, πελάτες προς διενέργεια συναλλαγών σε τίτλους εφόσον στις συναλλαγές παρεμβάλλεται η επιχείρηση που παρέχει την πίστωση 15%
Υπηρεσίες φύλαξης και διαχείρισης - Υπηρεσίες φύλαξης και διαχείρισης χρηματοπιστωτικών μέσων για λογαριασμό πελατών, περιλαμβανομένης της θεματοφυλακής και συναφών υπηρεσιών όπως η ενοικίαση θυρίδων και η διαχείριση διαθεσίμων / εξασφαλίσεων 15%
Διαχείριση περιουσιακών στοιχείων - Διαχείριση χαρτοφυλακίου
- Διαχείριση ΟΣΕ
- `Αλλες μορφές διαχείρισης περιουσιακών στοιχείων
12%

ΠΙΝΑΚΑΣ 2 - Κατηγορίες γεγονότων ζημιών λειτουργικού κινδύνου

Κατηγορία γεγονότων Ορισμός
1. Εσωτερική απάτη Ζημίες από πράξεις που διαπράττονται με πρόθεση καταδολίευσης, υπεξαίρεσης περιουσιακών στοιχείων ή καταστρατήγησης κανονιστικών ή νομοθετικών διατάξεων ή πολιτικών της επιχείρησης, με την εξαίρεση των περιπτώσεων που σχετίζονται με πρακτικές αντίθετες με τους κανόνες περί πολιτιστικής πολυμορφίας / διακριτικής μεταχείρισης, στις οποίες εμπλέκεται τουλάχιστον ένα μέλος της επιχείρησης.
2. Εξωτερική απάτη Ζημιές από πράξεις που διαπράττονται από τρίτο με πρόθεση καταδολίευσης, υπεξαίρεσης περιουσιακών στοιχείων ή καταστρατήγησης της νομοθεσίας.
3. Θέματα ασφάλειας εργατικού δυναμικού και εργασιακών πρακτικών Ζημιές από πράξεις αντίθετες με την εργατική νομοθεσία και τη νομοθεσία και τις συμβάσεις για την υγιεινή και την ασφάλεια, από πληρωμές αποζημιώσεων για σωματική βλάβη ή από πρακτικές αντίθετες με τους κανόνες περί πολιτιστικής πολυμορφίας / διακριτικής μεταχείρισης.
4. Πελάτες, προϊόντα και επιχειρηματικές πρακτικές, Ζημιές από ακούσια ή εξ αμελείας παράλειψη εκπλήρωσης επαγγελματικής υποχρέωσης έναντι πελάτη (περιλαμβανομένων των απαιτήσεων εμπιστοσύνης και εντιμότητας), ή από τη φύση ή τα χαρακτηριστικά του προϊόντος.
5. Βλάβη σε ενσώματα περιουσιακά στοιχεία Ζημιές από απώλεια ή βλάβη ενσώματων περιουσιακών στοιχείων λόγω φυσικών καταστροφών ή άλλων γεγονότων.
6. Διακοπή δραστηριότητας και δυσλειτουργία συστημάτων Ζημιές από διακοπή επιχειρηματικής δραστηριότητας ή δυσλειτουργία των συστημάτων.
7. Εκτέλεση, παράδοση και διαχείριση των διαδικασιών Ζημιές από ανεπάρκειες στην επεξεργασία των συναλλαγών ή στη διαχείριση των διαδικασιών και από τις σχέσεις με τους εμπορικούς αντισυμβαλλομένους και τους πωλητές.

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ IV
Εξελιγμένες Μέθοδοι Μέτρησης

ΤΜΗΜΑ Α: Κριτήρια για την υιοθέτηση Εξελιγμένων Μεθόδων Μέτρησης

1. Οι Επιχειρήσεις Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών μπορούν να υιοθετήσουν μια Εξελιγμένη Μέθοδο Μέτρησης, εφόσον πληρούν τα κριτήρια των παραγράφων 2 και 3 του παρόντος τμήματος.

2. Τα ποιοτικά κριτήρια είναι τα εξής:

α. Το εσωτερικό σύστημα μέτρησης λειτουργικού κινδύνου θα πρέπει να είναι ενσωματωμένο στην καθημερινή διαδικασία διαχείρισης κινδύνων.

β. Η Επιχείρηση Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών θα πρέπει να διαθέτει ανεξάρτητη μονάδα διαχείρισης λειτουργικού κινδύνου.

γ. Τα ανοίγματα σε λειτουργικό κίνδυνο και οι σχετικές ζημίες θα πρέπει να αποτελούν αντικείμενο τακτικών αναφορών. Η Επιχείρηση Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών θα εφαρμόζει διαδικασίες για τη λήψη των κατάλληλων διορθωτικών μέτρων.

δ. Το σύστημα διαχείρισης λειτουργικού κινδύνου της Επιχείρησης Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών πρέπει να είναι πλήρως και γραπτώς τεκμηριωμένο. Οι Επιχειρήσεις Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών πρέπει να έχουν καταγεγραμμένες διαδικασίες για τη διασφάλιση της συμμόρφωσης, καθώς και πολιτικές για την αντιμετώπιση των περιπτώσεων μη-συμμόρφωσης.

ε. Η διαδικασία διαχείρισης και τα συστήματα μέτρησης λειτουργικού κινδύνου θα υπόκεινται σε τακτική επανεξέταση από εσωτερικούς ή/ και εξωτερικούς ελεγκτές.

στ. Για την πιστοποίηση του συστήματος μέτρησης λειτουργικού κινδύνου η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς ελέγχει ότι:

- οι εσωτερικές διαδικασίες επικύρωσης της Επιχείρησης Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών λειτουργούν με ικανοποιητικό τρόπο,

- η ροή δεδομένων και οι διαδικασίες που σχετίζονται με το σύστημα μέτρησης κινδύνων είναι διαφανείς και προσβάσιμες από τα αρμόδια στελέχη.

3. Τα ποσοτικά κριτήρια είναι τα εξής:

3.1. Διαδικασίες

α. Οι Επιχειρήσεις Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών υπολογίζουν τις κεφαλαιακές απαιτήσεις, κατά τρόπο ώστε να καλύπτονται τόσο η αναμενόμενη, όσο και η μη αναμενόμενη ζημία, εκτός και αν είναι σε θέση να τεκμηριώσουν ότι η αναμενόμενη ζημιά λαμβάνεται ικανοποιητικά υπόψη από τις εσωτερικές επιχειρηματικές πρακτικές οπότε δύνανται να μην τη λάβουν υπόψη κατά τον υπολογισμό των κεφαλαιακών απαιτήσεων.

β. Η μέτρηση θα «συλλαμβάνει» δυνητικά σοβαρά ακραία γεγονότα, με 99,9% διάστημα εμπιστοσύνης σε χρονική περίοδο ενός έτους.

γ. Το σύστημα μέτρησης λειτουργικού κινδύνου μιας Επιχείρησης Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών θα πρέπει να περιλαμβάνει τα κύρια στοιχεία που εξασφαλίζουν ότι ανταποκρίνεται στο πρότυπο αξιοπιστίας των παραγράφων (α) και (β). Αυτά τα στοιχεία περιλαμβάνουν υποχρεωτικά τη χρησιμοποίηση:

(1) εσωτερικών δεδομένων ζημιών

(2) εξωτερικών δεδομένων ζημιών

(3) ανάλυσης σεναρίων και

(4) παραγόντων που αντανακλούν το επιχειρηματικό / οικονομικό περιβάλλον και τα συστήματα εσωτερικού ελέγχου της Επιχείρησης Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών.

Η στάθμιση των τεσσάρων αυτών στοιχείων στο συνολικό σύστημα διαχείρισης λειτουργικού κινδύνου θα πρέπει να είναι πλήρως και γραπτώς τεκμηριωμένη και να παρακολουθείται διαχρονικά ως προς την ορθότητά της.

δ. Το σύστημα μέτρησης λειτουργικού κινδύνου θα πρέπει να συμπεριλαμβάνει και να καλύπτει τις κύριες πηγές κινδύνου που επηρεάζουν το σχήμα της κατανομής ζημιών από λειτουργικό κίνδυνο στα απομακρυσμένα σημεία της κατανομής.

ε. Οι συσχετίσεις των ζημιών από λειτουργικό κίνδυνο μεταξύ μεμονωμένων εκτιμήσεων (πρόκειται για εκτιμήσεις που προκύπτουν από το μοντέλο) λειτουργικού κινδύνου, θα αναγνωρίζονται μόνο εφ΄ όσον οι Επιχειρήσεις Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών τεκμηριώσουν ικανοποιητικά κατά την κρίση της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς ότι τα συστήματα μέτρησης των συσχετίσεων αυτών είναι άρτια, εφαρμόζονται με ακεραιότητα και λαμβάνουν υπόψη την αβεβαιότητα που εμπεριέχεται σε οποιαδήποτε τέτοια εκτίμηση συσχετίσεων, ιδιαίτερα σε περιόδους κρίσεων. Οι Επιχειρήσεις Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών πρέπει να επικυρώνουν τις παραδοχές συσχετίσεων, χρησιμοποιώντας τις κατάλληλες ποσοτικές και ποιοτικές τεχνικές.

στ. Τα συστήματα μέτρησης λειτουργικού κινδύνου θα πρέπει να διέπονται από συνέπεια σε εσωτερικό επίπεδο και να αποφεύγουν τον πολλαπλό υπολογισμό των ποιοτικών αξιολογήσεων ή των τεχνικών μείωσης κινδύνων, που αναγνωρίζονται σε άλλους τομείς του πλαισίου κεφαλαιακής επάρκειας (πιστωτικός κίνδυνος, κίνδυνος αγοράς).

3.2. Εσωτερικά δεδομένα ζημιών

α. Οι εσωτερικές μετρήσεις του λειτουργικού κινδύνου θα πρέπει να βασίζονται σε ιστορικές παρατηρήσεις χρονικής περιόδου τουλάχιστον πέντε ετών. Κατά παρέκκλιση της υποχρέωσης αυτής, όταν μια Επιχείρηση Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών υιοθετεί για πρώτη φορά μία εξελιγμένη μέθοδο μέτρησης, είναι αποδεκτές από την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς ιστορικές παρατηρήσεις χρονικής περιόδου τουλάχιστον τριών ετών.

β. Οι Επιχειρήσεις Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών πρέπει να είναι σε θέση να συσχετίζουν τα ιστορικά δεδομένα των ζημιών από λειτουργικό κίνδυνο με τους επιμέρους επιχειρηματικούς τομείς (Πίνακας 1, Παράρτημα ΙΙΙ της παρούσας Απόφασης) και με τις κατηγορίες γεγονότων λειτουργικού κινδύνου (Πίνακας 2, Παράρτημα ΙΙΙ της παρούσας Απόφασης). Τα στοιχεία αυτά θα πρέπει να είναι διαθέσιμα στην Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς όποτε ζητηθούν.

γ. Τα κριτήρια για τον επιμερισμό των ζημιών στους επιχειρηματικούς τομείς και στις κατηγορίες γεγονότων λειτουργικού κινδύνου θα πρέπει να είναι γραπτώς τεκμηριωμένα και αντικειμενικά. Οι ζημιές από λειτουργικό κίνδυνο, που σχετίζονται με τον πιστωτικό κίνδυνο και έχουν ιστορικά ενταχθεί στη βάση δεδομένων γεγονότων πιστωτικού κινδύνου, θα καταγράφονται στη βάση δεδομένων λειτουργικού κινδύνου αλλά θα αναγνωρίζονται ξεχωριστά. Οι ζημιές αυτές δεν θα συνυπολογίζονται στις κεφαλαιακές απαιτήσεις έναντι λειτουργικού κινδύνου, όσο συνεχίζουν να αντιμετωπίζονται ως πιστωτικός κίνδυνος για σκοπούς υπολογισμού των ελάχιστων κεφαλαιακών απαιτήσεων. Οι ζημιές από λειτουργικό κίνδυνο που σχετίζονται με τον κίνδυνο αγοράς, θα πρέπει να συμπεριλαμβάνονται στον υπολογισμό των κεφαλαιακών απαιτήσεων έναντι του λειτουργικού κινδύνου.

δ. Για κάθε κατηγορία ζημιογόνων γεγονότων θα πρέπει να οριστεί ένα κατάλληλο ελάχιστο όριο για τη συλλογή δεδομένων. Η βάση δεδομένων της Επιχείρησης Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών με ζημιές από λειτουργικό κίνδυνο θα πρέπει να είναι αναλυτική και εκτενής, ώστε να καλύπτει όλες τις σημαντικές δραστηριότητες και τα ανοίγματα από όλα τα συστήματα και τις γεωγραφικές περιοχές όπου δραστηριοποιείται η Επιχείρηση Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών. Η Επιχείρηση Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών θα πρέπει να τεκμηριώνει για κάθε εξαιρούμενη δραστηριότητα ή άνοιγμα (τόσο μεμονωμένα όσο και στο σύνολό τους) ότι δεν θα έχει καμία ουσιώδη επίπτωση στη συνολική εκτίμηση του κινδύνου.

ε. Εκτός από τις πληροφορίες για τα ακαθάριστα ποσά των ζημιών, οι Επιχειρήσεις Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών θα πρέπει να συλλέγουν πληροφορίες για την ημερομηνία του γεγονότος, τυχόν ανάκτηση ακαθάριστων ποσών ζημιάς καθώς και περιγραφικές πληροφορίες για τις πηγές ή τις αιτίες των γεγονότων που προκαλούν τις ζημιές.

στ. Θα πρέπει να υπάρχουν συγκεκριμένα κριτήρια για τον καταλογισμό των ζημιών που προέρχονται από ένα γεγονός ή γεγονότα λειτουργικού κινδύνου που συνδέονται μεταξύ τους διαχρονικά, σε μια κεντρική λειτουργία ή δραστηριότητα κοινή σε περισσότερους του ενός επιχειρηματικούς τομείς.

ζ. Οι Επιχειρήσεις Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών θα πρέπει να έχουν γραπτώς τεκμηριωμένες διαδικασίες για την αξιολόγηση της καταλληλότητας των ιστορικών στοιχείων ζημιών, συμπεριλαμβανομένων των περιπτώσεων παρεμβάσεων, κλιμακώσεων ή οποιονδήποτε άλλων αναπροσαρμογών, στις οποίες θα καθορίζεται επίσης η επιτρεπόμενη έκταση αναπροσαρμογών καθώς και ποιος και σε ποια έκταση θα είναι εξουσιοδοτημένος για τη λήψη των αποφάσεων αυτών.

3.3. Εξωτερικά δεδομένα ζημιών

α. Το σύστημα μέτρησης λειτουργικού κινδύνου μίας Επιχείρησης Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών οφείλει να περιλαμβάνει και τη χρήση εξωτερικών δεδομένων, ιδίως στην περίπτωση που υπάρχουν ενδείξεις ότι η Επιχείρηση Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών έχει κίνδυνο να αντιμετωπίσει σοβαρές ζημιές με μικρή πιθανότητα εμφάνισης. Οι Επιχειρήσεις Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών θα πρέπει να έχουν μία συστηματική διαδικασία για τον καθορισμό των περιπτώσεων στις οποίες πρέπει να χρησιμοποιούνται εξωτερικά δεδομένα και των μεθόδων που θα χρησιμοποιηθούν για την ενσωμάτωση αυτών των στοιχείων στο σύστημα μέτρησης λειτουργικού κινδύνου.

β. Οι όροι και οι πρακτικές για τη χρήση εξωτερικών δεδομένων πρέπει να αξιολογούνται τακτικά, να τεκμηριώνονται γραπτώς και να υπόκεινται σε περιοδική ανεξάρτητη επανεξέταση.

3.4. Ανάλυση σεναρίων

Οι Επιχειρήσεις Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών πρέπει να χρησιμοποιούν ανάλυση σεναρίων, βασιζόμενων σε γνώμες εμπειρογνωμόνων, σε συνδυασμό με εξωτερικά δεδομένα, για την αξιολόγηση της έκθεσής τους σε γεγονότα με πολύ σοβαρές επιπτώσεις. Διαχρονικά τέτοιες εκτιμήσεις πρέπει να επικυρώνονται και να επαναξιολογούνται βάσει σύγκρισης με πραγματοποιηθείσες ζημιές, ώστε να εξασφαλίζεται ότι ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα.

3.5. Παράγοντες επιχειρηματικού περιβάλλοντος και εσωτερικού ελέγχου

Η μεθοδολογία εκτίμησης κινδύνου μιας Επιχείρησης Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών θα πρέπει να συμπεριλαμβάνει όλους τους σημαντικούς παράγοντες του επιχειρηματικού περιβάλλοντος και του συστήματος εσωτερικών ελέγχων που μπορούν να μεταβάλουν το «προφίλ» κινδύνου. Ειδικότερα:

α. Κάθε παράγοντας που επιλέγεται πρέπει να αποτελεί ουσιαστική πηγή κινδύνου και η επιλογή του να βασίζεται στην εμπειρία και τη γνώμη εμπειρογνωμόνων των επηρεαζόμενων επιχειρηματικών μονάδων.

β. Η ευαισθησία των εκτιμήσεων του κινδύνου στις μεταβολές αυτών των παραγόντων και οι σταθμίσεις τους θα πρέπει να βασίζονται σε εμπεριστατωμένη ανάλυση. Πέρα από την ενσωμάτωση των μεταβολών του κινδύνου λόγω βελτιώσεων στους σχετικούς ελέγχους, το σύστημα μέτρησης θα πρέπει επίσης να ενσωματώνει και πιθανές ανοδικές μεταβολές (αυξήσεις) του κινδύνου λόγω μεγαλύτερης πολυπλοκότητας ή αύξησης του όγκου των δραστηριοτήτων.

γ. Το σύστημα μέτρησης θα πρέπει να τεκμηριώνεται γραπτώς και να υπόκειται σε ανεξάρτητη επανεξέταση τόσο εντός της Επιχείρησης Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών όσο και από την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς. Διαχρονικά, η διαδικασία και τα αποτελέσματα θα πρέπει να επικυρώνονται και να επαναξιολογούνται μέσω σύγκρισης με πραγματικά εσωτερικά, αλλά και εξωτερικά δεδομένα ζημιών.

ΤΜΗΜΑ Β: Επίπτωση της ασφάλισης και άλλων μηχανισμών μεταφοράς κινδύνου

1. Οι Επιχειρήσεις Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών επιτρέπεται να αναγνωρίζουν την ασφάλιση και άλλους μηχανισμούς μεταφοράς κινδύνου, ως τεχνική μείωσης του λειτουργικού κινδύνου, όταν μπορούν να τεκμηριώσουν ικανοποιητικά, κατά την κρίση της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς, ότι επιτυγχάνεται σημαντική μείωση του κινδύνου.

2. Ο παρέχων την ασφάλεια θα πρέπει να έχει λάβει άδεια να παρέχει ασφαλιστικά ή αντασφαλιστικά προϊόντα και να έχει ελάχιστη ικανότητα πληρωμής αποζημιώσεων, διαβαθμισμένη από επιλέξιμο Εξωτερικό Οργανισμό Πιστοληπτικών Αξιολογήσεων (ΕΟΠΑ), η οποία, σύμφωνα με την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, να αντιστοιχεί στη βαθμίδα πιστωτικής ποιότητας 3 ή υψηλότερη, δυνάμει των κανόνων περί συντελεστών στάθμισης ανοιγμάτων έναντι ιδρυμάτων, κατά την έννοια της Απόφασης της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς 3/459/27.12.2007 «Υπολογισμός Κεφαλαιακών Απαιτήσεων έναντι του Πιστωτικού Κινδύνου των Επιχειρήσεων Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών σύμφωνα με την τυποποιημένη προσέγγιση».

3. Η κεφαλαιακή ελάφρυνση που θα προέρχεται από την αναγνώριση της ασφάλισης και άλλων μηχανισμών μεταφοράς κινδύνων δεν θα υπερβαίνει το 20% των κεφαλαιακών απαιτήσεων για λειτουργικό κίνδυνο πριν την αναγνώριση των τεχνικών μείωσης του κινδύνου.

4. Η ασφάλιση και το ασφαλιστικό πλαίσιο της Επιχείρησης Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών οφείλουν να πληρούν τις κατωτέρω προϋποθέσεις:

α. Το ασφαλιστήριο συμβόλαιο θα πρέπει να έχει αρχική διάρκεια τουλάχιστον ενός έτους. Για ασφαλιστήρια συμβόλαια με εναπομένουσα διάρκεια μικρότερη του έτους, η Επιχείρηση Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών θα πρέπει να εφαρμόζει κατάλληλη περικοπή - απομείωση της αξίας της κάλυψης, η οποία αντικατοπτρίζει την προοδευτική μείωση της εναπομένουσας διάρκειας του συμβολαίου. Τα ασφαλιστικά συμβόλαια που λήγουν σε 90 ημέρες ή λιγότερες δεν αναγνωρίζονται για τη μείωση των κεφαλαιακών απαιτήσεων.

β. Η περίοδος προειδοποίησης για την καταγγελία του ασφαλιστηρίου συμβολαίου θα είναι τουλάχιστον 90 ημέρες.

γ. Το ασφαλιστήριο συμβόλαιο δεν προβλέπει εξαιρέσεις ή περιορισμούς που ενεργοποιούνται μετά από πράξεις των εποπτικών αρχών ή που εμποδίζουν, σε περίπτωση αφερέγγυας Επιχείρησης Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών, την ίδια την Επιχείρηση Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών, το σύνδικο ή τον εκκαθαριστή να εισπράξει αποζημιώσεις για ζημίες ή έξοδα που υπέστη η Επιχείρηση Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών, με εξαίρεση τα γεγονότα που επέρχονται μετά την έναρξη της διαδικασίας αφερεγγυότητας ή εκκαθάρισης της Επιχείρησης Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών, εφόσον το ασφαλιστήριο συμβόλαιο μπορεί να αποκλείσει κάθε πρόστιμο, ποινική ρήτρα ή αποζημίωση που απορρέει από Αποφάσεις της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς.

δ. Ο υπολογισμός της μείωσης κινδύνου πρέπει να αντικατοπτρίζει την ασφαλιστική κάλυψη με τρόπο διαφανή και συνεπή με την πραγματική πιθανότητα και τις επιπτώσεις της ζημίας που χρησιμοποιούνται για το γενικό προσδιορισμό της κεφαλαιακής απαίτησης για λειτουργικό κίνδυνο.

ε. Η ασφάλιση πρέπει να παρέχεται από τρίτο προκειμένου να αναγνωριστεί ως τεχνική μείωσης του κινδύνου. Στην περίπτωση που η ασφάλιση παρέχεται από συνδεδεμένες ή από θυγατρικές επιχειρήσεις, τότε το άνοιγμα θα πρέπει να μεταφέρεται σε κάποιον ανεξάρτητο τρίτο, για παράδειγμα, μέσω αντασφάλισης, ο οποίος να καλύπτει τα κριτήρια επιλεξιμότητας.

στ. Το πλαίσιο για την αναγνώριση της ασφάλισης και άλλων μηχανισμών μεταφοράς κινδύνων θα πρέπει να είναι επαρκώς αιτιολογημένο και γραπτώς τεκμηριωμένο.

5. Η μεθοδολογία για την αναγνώριση της ασφάλισης πρέπει να λαμβάνει υπόψη, μέσω κατάλληλων μειώσεων ή ποσοστών περικοπής του ποσού ασφάλισης που αναγνωρίζεται, τα ακόλουθα στοιχεία:

α. την εναπομένουσα διάρκεια του ασφαλιστήριου συμβολαίου, εάν είναι μικρότερη του ενός έτους,

β. τους όρους καταγγελίας του ασφαλιστήριου συμβολαίου, εάν η διάρκεια του είναι μικρότερη του ενός έτους, και

γ. την αβεβαιότητα των πληρωμών και τις αναντιστοιχίες κάλυψης των ασφαλιστηρίων συμβολαίων.

ΤΜΗΜΑ Γ: Χρήση των εξελιγμένων μεθόδων μέτρησης σε επίπεδο ομίλου

1. Όταν πρόκειται να χρησιμοποιηθεί μια εξελιγμένη μέθοδος μέτρησης από μητρική Επιχείρηση Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών εγκατεστημένη στην Ελλάδα ή από τις θυγατρικές μίας μητρικής χρηματοδοτικής εταιρείας συμμετοχών εγκατεστημένης στην Ελλάδα, που δεν αποτελούν θυγατρική άλλης Επιχείρησης Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών ή μητρικής χρηματοδοτικής εταιρείας συμμετοχών με άδεια λειτουργίας σε άλλο κράτος μέλος, η αίτηση που θα υποβληθεί στην Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, ως αρμόδια αρχή που ασκεί την εποπτεία σε ενοποιημένη βάση σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στο Κεφάλαιο ΙΓ του Ν. 3601/2007, περιλαμβάνει τα εξής:

α. την περιγραφή της μεθοδολογίας που θα χρησιμοποιηθεί για την κατανομή των κεφαλαίων για λειτουργικό κίνδυνο μεταξύ των διαφόρων εταιρειών του ομίλου, καθώς και

β. το αν και με πιο τρόπο σχεδιάζεται να ενσωματωθούν οι επιπτώσεις της διαφοροποίησης στο σύστημα μέτρησης του κινδύνου.

2. Όταν μια μητρική Επιχείρηση Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών εγκατεστημένη στην Ελλάδα και οι θυγατρικές αυτής ή οι θυγατρικές μίας χρηματοδοτικής εταιρείας συμμετοχών εγκατεστημένης στην Ευρωπαϊκής Ένωσης, την ενοποιημένη εποπτεία των οποίων ασκεί η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, προτίθενται να υιοθετήσουν μια εξελιγμένη μέθοδο μέτρησης σε ενοποιημένη βάση, επιτρέπεται η εκπλήρωση των κριτηρίων του Παραρτήματος IV της παρούσας Απόφασης από κοινού από τη μητρική και τις θυγατρικές.