Απόφ.ΣΤΕ 301/2003 (01/01/2003)

ΤΕΛΩΝΕΙΑΚΟΣ ΚΩΔΙΚΑΣ (Ν. 1165/1918, άρθρα 89, 97, 100)

Συμβουλίου της Επικρατείας (Β΄ Τμήματος)

Αριθ. απόφασης: 301/2003

Πρόεδρος: Φ. Στεργιόπουλος, Αντιπρόεδρος ΣτΕ,

Εισηγήτρια: Αικ. Συγγούνα, Σύμβουλος ΣτΕ

Δικηγόροι: Θεοδ. Ψυχογυιός, Πάρεδρος Ν.Σ.Κ., Φραγ. Αυγερινός

ΤΕΛΩΝΕΙΑΚΟΣ ΚΩΔΙΚΑΣ

(Ν. 1165/1918, άρθρα 89, 97, 100)

Έννοια της αντικειμενικής υπόστασης της λαθρεμπορίας - επιβολή πολλαπλού τέλους: Για τη στοιχειοθέτηση της αντικειμενικής υπόστασης της τελωνειακής παράβασης της λαθρεμπορίας, απαιτείται να απολέσει το Δημόσιο, κατά την εισαγωγή ειδών από την αλλοδαπή ή την εξαγωγή τους από τη χώρα, συνεπεία διαφυγής της καταβολής, τους δασμούς, τέλη και φόρους που του ανήκουν κατά νόμο ή, στην περίπτωση απόπειρας διαφυγής, απαιτείται να οδηγούσε στο ίδιο αποτέλεσμα η απόπειρα, αν τελεσφορούσε. Για την επιβολή του πολλαπλού τέλους, απαιτείται η τέλεση με δόλο των πράξεων που συνιστούν την τελωνειακή παράβαση.

Απορρίπτεται αίτηση αναίρεσης της Τελωνειακής Αρχής κατά 792/1994 απόφασης του Διοικητικού Εφετείου Πειραιά.

[.....] 2. Επειδή, με το άρθρο 8 του Ν. 2944/2001 (ΦΕΚ 222/8.10.2001) η παράγραφος 4 του άρθρου 21 του Π.Δ. 18/1989, όπως είχε τελικά αντικατασταθεί με την παράγραφο 1 του άρθρου 32 του Ν. 2721/1999, αντικαταστάθηκε ως εξής: "4. Όταν ασκείται αίτηση αναιρέσεως, κοινοποιείται με επιμέλεια της Γραμματείας του οικείου δικαστικού σχηματισμού, εξήντα τουλάχιστον ημέρες πριν από τη δικάσιμο, πράξη του Προέδρου μαζί με ένα επικυρωμένο αντίγραφο σε απλό χαρτί της αίτησης στον αναιρεσείοντα ή στον δικηγόρο ή τον εκπρόσωπο του Δημοσίου ή του νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου που υπογράφει, κατά το άρθρο 17 παρ. 4, το δικόγραφο, έστω και αν δεν είναι διορισμένος στο Πρωτοδικείο Αθηνών. Ο αναιρεσείων, ο δικηγόρος ή ο εκπρόσωπος του Δημοσίου ή του νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου έχει την υποχρέωση να κοινοποιήσει αντίγραφα της πράξης του Προέδρου και της αίτησης αναιρέσεως στον αναιρεσίβλητο είκοσι (20) τουλάχιστον ημέρες πριν από τη δικάσιμο (...). Αν ο αναιρεσείων παραλείψει την υποχρέωση κοινοποίησης των εγγράφων στον αναιρεσίβλητο ή η κοινοποίηση δεν γίνει εμπροθέσμως και νομοτύπως, ο δε αναιρεσίβλητος δεν παραστεί κατά τη συζήτηση της υποθέσεως, η συζήτηση αναβάλλεται αυτεπαγγέλτως για εύλογο χρόνο, κατά τη νέα δε δικάσιμο, αν ο αναιρεσείων και πάλι έχει παραλείψει την υποχρέωσή του αυτή και ο αναιρεσίβλητος δεν παραστεί, η αίτηση αναιρέσες απορρίπτεται ως απαράδεκτη. (...)".

3. Επειδή στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την από 25.1.2002 έκθεση επιδόσεως της επιμελήτριας του Συμβουλίου της Επικρατείας Ειρήνης Γιαννούτσου, επιδόθηκαν νομοτύπως αντίγραφα της κρινόμενης αίτησης και της πράξης ορισμού δικασίμου στον εκπρόσωπο του Δημοσίου που υπογράφει το δικόγραφο. Κατά τη συζήτηση της υποθέσεως στο ακροατήριο ο πρώτος αναιρεσίβλητος Μ. Σταυρόπουλος δεν παρέστη, όπως δε προκύπτει από προσκομισθείσα στο δικαστήριο ληξιαρχική βεβαίωση της Πολιτείας της Καλλιφόρνιας των ΗΠΑ, ο αναιρεσίβλητος αυτός απεβίωσε το έτος 1997, μετά δηλαδή από την άσκηση της υπό κρίση αιτήσεως. Επομένως, ως προς τον αναιρεσίβλητο αυτόν, προς τον οποίο με την από 17.1.2002 πράξη τουΠροέδρου του Τμήματος περί ορισμού δικασίμου είχε διαταχθεί να γίνουν οι κατά νόμον κοινοποιήσεις, η συζήτηση πρέπει να αναβληθεί αυτεπαγγέλτως προκειμένου το αναιρεσείον Δημόσιο να προβεί στις κατά νόμον κοινοποιήσεις προς τους κληρονόμους αυτού.

4. Επειδή, στην παραγρ. 2 του άρθρου 89 του Τελωνειακού Κώδικος (Ν. 1165/1918, ΦΕΚ Α΄ 73), η οποία προσετέθη με το άρθρο 3 του ΑΝ.Ν. 1514/1950, που κυρώθηκε με το Ν. 1591/1950, ορίζεται ότι "Ως τελωνειακαί παραβάσεις χαρακτηρίζονται, επίσης η καθ΄ οιονδήποτε των εν άρθρω 100 του παρόντος μνημονευομένων τρόπων διαφυγή ή απόπειρα διαφυγής της πληρωμής των ανηκόντων τω Δημοσίω τελών και δικαιωμάτων, ως και η μη τήρησις των εν τω αυτώ άρθρω 100 καθοριζομένων λοιπών διατυπώσεων, επισύρουν δε κατά των υπευθύνων πολλαπλούν τέλος συμφώνως προς τας διατάξεις τουπαρόντος νόμου και αν έτι ήθελε κριθή αρμοδίως ότι δεν συντρέχουσι τα στοιχεία αξιοποίνου λαθρεμπορίας". Εξάλλου, κατά τη διάταξη της παραγρ. 3 του άρθρου 97 του αυτού ως άνω Κώδικος, η οποία προσετέθη με το άρθρο 4 του ΑΝ.Ν. 1514/1950, όπως ίσχυε μετά την τροποποίησή της με το άρθρο 23 του Ν. 495/1976 (ΦΕΚ τ.Α 337), "Κατά των οπωσδήποτε συμμετασχόντων της κατά την παρ. 2 του άρθρου 89 του παρόντος τελωνειακής παραβάσεως και αναλόγως του βαθμού της συμμετοχής εκάστου, ασχέτως της ποινικής διώξεως αυτών, επιβάλλεται, κατά τας διατάξεις των άρθρων 100 και επόμενα του παρόντος, ιδιαιτέρως εις έκαστον και αλληλεγγύως πολλαπλούν τέλος από του διπλού μέχρι του δεκαπλού των βαρυνόντων το αντικείμενον ταύτης δασμών και λοιπών φόρων εν συνόλω δια πάντας τους συνυπαιτίους . . . ". Περαιτέρω, το άρθρο 100 του ίδιου Κώδικα, στη μεν παρ. 1 αυτού, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 1 του Α.Ν. 2081/1939, ορίζει ότι "Λαθρεμπορία είναι (α) η εντός των συνόρων του Κράτους εισαγωγή ή εξ αυτών εξαγωγή εμπορευμάτων, υποκειμένων είτε εις εισαγωγικόν δασμόν, είτε εις εισπραττόμενον εν τοις Τελωνείοις τέλος, φόρον ή δικαίωμα, άνευ γραπτής αδείας της αρμοδίας τελωνειακής αρχής ή εν άλλω παρά τον ορισμένον παρ΄ αυτής τόπω ή χρόνω και (β) πάσα οιαδήποτε ενέργεια, σκοπούσα να στερήσει το Δημόσιον των υπ΄ αυτού εισπρακτέων δασμών, τελών, φόρων και δικαιωμάτων επί των εισαγομένων εκ της αλλοδαπής ή εξαγομένων εμπορευμάτων και αν έτι ταύτα εισπράχθησαν κατά χρόνον και τρόπον έτερον ή τον υπό του νόμου οριζόμενον", στη δε επόμενη παράγρ. 2, περίπτωση θ΄, που προσετέθη με το άρθρο 8 του Ν. 2096/1952, ορίζει ότι "Ως λαθρεμπορία θεωρείται: α) .... θ) Η αγορά, πώλησις και κατοχή εμπορευμάτων εισαχθέντων ή τεθέντων εις την κατανάλωσιν κατά τρόπον συνιστώντα το αδίκημα της λαθρεμπορίας". Από τις πιο πάνω διατάξεις συνάγεται ότι, για τη στοιχειοθέτηση της αντικειμενικής υπόστασης της τελωνειακής παράβασης της λαθρεμπορίας, απαιτείται να απολέσει το Δημόσιο, κατά την εισαγωγή ειδών από την αλλοδαπή ή την εξαγωγή τους από τη Χώρα, συνεπεία διαφυγής της καταβολής, τους δασμούς, τέλη και φόρους που του ανήκουν κατά νόμο ή, στην περίπτωση απόπειρας διαφυγής, απαιτείται να οδηγούσε στο ίδιο αποτέλεσμα η απόπειρα, αν τελεσφορούσε. Για την επιβολή της προβλεπόμενης από τις πιο πάνω διατάξεις των άρθρων 89, παρ. 2 και 97, παρ. 3 του Τελωνειακού Κώδικος κυρώσεως, δηλαδή του πολλαπλού τέλους, απαιτείται, κατά την έννοια των διατάξεων αυτών, η τέλεση με δόλο των πράξεων που συνιστούν την τελωνειακή παράβαση (βλ. ΣτΕ 79/1999, 3025/2000, 1188/2000 κ.ά.).

5. Επειδή στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση ο Μι...... Στα..... (πρώτος αναιρεσίβλητος) εισήγαγε στις 18.7.1985 από τη Δυτική Ευρώπη ένα αυτοκίνητο AUDI 80 (με αριθμό κυκλοφορίας ΥΥΑ 4.....) βάσει της υπ΄ αριθμ. 1991/1985 διασαφήσεως του Τελωνείου Αθηνών. Το αυτοκίνητο εισήχθη ατελώς λόγω μετοικεσίας από τον Μι...... Στα...... σε αντικατάσταση άλλου αυτοκινήτου που χρησιμοποιούσε στις ΗΠΑ, (ΤΟΥΟΤΑ COROLLA με αριθμό κυκλοφορίας ΙΕΗD 8....), όπου σύμφωνα με το από 10.6.1985 πιστοποιητικό μετοικεσίας του Γενικού Προξενείου της Ελλάδας στην Καλλιφόρνια είχε τη συνήθη κατοικία του από 20.8.1973 έως 10.6.1985. Στις 11.12.1987 υποβλήθηκε από τον τέως σύζυγο της δεύτερης αναιρεσίβλητης (θυγατέρας του Μι...... Στα........) αναφορά προς την Εισαγγελία Πλημμελειοδικών και το Τελωνείο Αθηνών, (σύμφωνα με την οποία, όπως αυτή αναφέρεται στην επικυρωθείσα πρωτόδικη απόφαση, ο Μι..... Στα........ δεν υπήρξε μόνιμος κάτοικος ΗΠΑ, η δε σχετική βεβαίωση των Ελληνικών προξενικών αρχών μεθοδεύθηκε από τη Μα....... Στα........, η οποία παραποίησε στοιχεία του διαβατηρίου του πατέρα της, ώστε να εισαχθεί ατελώς το παραπάνω αυτοκίνητο, το οποίο κατέχει και χρησιμοποιεί αυτή). Ακολούθησε η διενέργεια προκαταρκτικής εξέτασης από την Ειδική Υπηρεσία Τελωνειακών Ερευνών (ΕΥΤΕ) και συντάχθηκε πορισματική αναφορά, σύμφωνα με την οποία ο Μι....... Στα......... είχε την συνήθη κατοικία του στην Ελλάδα και το Ελληνικό Προξενείο που εξέδωσε το πιστοποιητικό μετοικεσίας "προφανώς" παραπλανήθηκε από κάποια "απλή τροποποίηση ημερομηνίας" που έγινε στις αφιξοαναχωρήσεις στο "απωλεσθέν ή εξαφανισθέν" αρχικό διαβατήριο. Κατόπιν αυτών εκδόθηκε σε βάρος των αναιρεσιβλήτων η υπ΄ αριθμ. 65/85/90 πράξη του Διευθυντή της ΕΥΤΕ με την οποία οι αναιρεσίβλητοι θεωρήθηκαν υπαίτιοι λαθρεμπορίας και επιβλήθηκε σε βάρος τους πολλαπλούν τέλος ύψους 4.654.000 δραχμών. Με την προσβαλλόμενη απόφαση, το διοικητικό εφετείο εξετίμησε τα στοιχεία στα οποία στηρίχθηκε η πορισματική αναφορά της Υπηρεσίας Τελωνειακών Ερευνών. Τα στοιχεία αυτά ήταν έγγραφα της Κοινότητας Τράπεζας και του Αστυνομικού Σταθμού Διακοφτού, σύμφωνα με τα οποία ο Μι......... Στα......... ήταν μόνιμος κάτοικος Τράπεζας από το 1977, είχε μεταβεί κατά πληροφορίες στις ΗΠΑ πριν από το 1985 αλλά δεν ήταν γνωστός ο χρόνος παραμονής του εκεί, απόσπασμα του εκλογικού βιβλιαρίου του Μι...... Στα......... από το οποίο προκύπτει ότι ο ανωτέρω ψήφισε στις εκλογές της 17.10.1982, 2.6.1985 και 12.10.1986, καθώς και το γεγονός ότι ήταν συνταξιούχος του Ταμείου Συντάξεων Εφημεριδοπωλών και Υπαλλήλων Πρακτορείων από το 1959 και οι επιταγές εκδίδονταν από το 1967 στο όνομα της νομίμως εξουσιοδοτημένης συζύγου του. Το διοικητικό εφετείο εξετίμησε επίσης έγγραφο του Γενικού Προξενείου της Ελλάδος στην Καλλιφόρνια (υπ΄ αριθμ. Φ.720-2/96/ΑΣ 691/14.6.1988) σύμφωνα με το οποίο 1) ο Μι...... Στα......... και η σύζυγός του ήταν καταχωρισμένοι στα Προξενικά Μητρώα ως μόνιμοι κάτοικοι ΗΠΑ, όπου είχαν εγκατασταθεί το 1973 και το 1974 αντιστοίχως με άδεια των αμερικανικών μεταναστευτικών αρχών, 2) ο Μι........ Στα........ ήταν κάτοχος του υπ΄ αριθμ. κυκλοφορίας ΙΕΗΟ 8...... ιδιωτικού αυτοκινήτου μάρκας ΤΟΥΟΤΑ COROLLA, 3) με βάση τα ανωτέρω στοιχεία εκδόθηκε το πιστοποιητικό μετοικεσίας και 4) ο Μι....... Στα........ αναχώρησε για την Ελλάδα τον lούνιο του 1985. Έλαβε, επίσης, υπόψη του το δικαστήριο τα έγγραφα που είχαν σταλεί μαζί με το έγγραφο αυτό και ειδικότερα α) τα έγγραφα καταχωρίσεως στα προξενικά μητρώα, β) τα δικαιολογητικά που υποβλήθηκαν για την έκδοση του πιστοποιητικού μετοικεσίας και γ) επιστολή του Νοσοκομείου ΚAISER PERMANENTE από την οποία προκύπτει ότι ο ως άνω ήταν ασφαλισμένος του νοσοκομείου και ότι υπέστη χειρουργική επέμβαση το 1984. Με βάση τα ανωτέρω στοιχεία το δικαστήριο έκρινε ότι από τα στοιχεία στα οποία είχε στηριχθεί κατά τα ανωτέρω η πορισματική αναφορά δεν αποδεικνύεται κατά τρόπο αναμφίβολο και χωρίς ασάφειες ότι ο Μι...... Στα........ δεν είχε τη συνήθη κατοικία του στις ΗΠΑ επί 185 ημέρες (συνεχείς ή όχι) κατά το τελευταίο δωδεκάμηνο πριν τη μετοικεσία του. Στη συνέχεια το δικαστήριο, αφού εξετίμησε και τα λοιπά ανωτέρω αναφερόμενα έγγραφα, έκρινε, όπως προκύπτει από το όλο περιεχόμενο της προσβαλλομένης αποφάσεως ότι συνέτρεχε εν προκειμένω η νόμιμη προϋπόθεση της συνήθους κατοικίας στο εξωτερικό και απέρριψε τον περί του αντιθέτου λόγο της εφέσεως του Δημοσίου. Με το περιεχόμενο αυτό, η προσβαλλόμενη απόφαση έχει καταρχήν νόμιμη και επαρκή αιτιολογία, η οποία δεν πλήσσεται ειδικότερα με την κρινόμενη αίτηση. Κατά συνέπεια, τα περί αναιτιολογήτου προβαλλόμενα πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμα.

6. Επειδή το διοικητικό εφετείο απέρριψε στη συνέχεια ως αναπόδεικτο το λόγο της εφέσεως του Δημοσίου περί συνδρομής δόλου στο πρόσωπο των αναιρεσιβλήτων. Το δικαστήριο δέχθηκε ειδικότερα ότι από κανένα στοιχείο δεν αποδείχθηκε ότι η δεύτερη αναιρεσίβλητη προέβη σε τροποποιήσεις στις ημερομηνίες αφιξοαναχωρήσεων στο διαβατήριο του πατέρα της. Με την κρινόμενη αίτηση προβάλλεται ότι το διοικητικό εφετείο δεν απάντησε στον "ουσιώδη ισχυρισμό" του Δημοσίου, κατά τον οποίο έπρεπε εν προκειμένω, να εφαρμοσθεί η παράγραφος 2 εδ. θ΄ του άρθρου 100, για την εφαρμογή της οποίας δεν απαιτείται κατά την άποψη του αιτούντος δόλος. Ο λόγος όμως αυτός αναιρέσεως, καθώς και ο συναφής λόγος περί παραβάσεως του νόμου λόγω του ότι το δικαστήριο δεν υπήγαγε τα πραγματικά περιστατικά στην ανωτέρω διάταξη του άρθρο 100, παρ. 2, εδ. θ΄, πρέπει να απορριφθούν προεχόντως ως αλυσιτελείς, γιατί εφόσον το διοικητικό εφετείο δέχθηκε, κατά τα αναφερόμενα στην προηγούμενη σκέψη, ότι δεν συνέτρεχε εν προκειμένω η αντικειμενική υπόσταση της τελωνειακής παραβάσεως της λαθρεμπορίας, δεν χρειαζόταν να κρίνει περί της υπάρξεως ή μη δόλου.

7. Επειδή, συνεπώς, η κρινόμενη αίτηση, με την οποία δεν προβάλλεται άλλος λόγος αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί ως προς τη δεύτερη αναιρεσίβλητη.