Απόφ. Αρείου Πάγου 904/2004 (01/01/2004)

Άκυρη σύμβαση εργασίας κατά Α.Κ. - βιβλιάρια υγείας - αξιώσεις από αδικαιολόγητο πλουτισμό.

`Αρειος Πάγος (Β1? Πολιτικό Τμήμα)
Αριθ. απόφασης: 904/2004
Πρόεδρος: Χαράλαμπος Γεωργακόπουλος
Αρεοπαγίτες: Λέανδρος Ρακιντζής, Ιωάννης Δαβίλλας,
Πολύκαρπος Βούλγαρης, Νίκη Γιαννακάκη

`Ακυρη σύμβαση εργασίας κατά Α.Κ. - βιβλιάρια υγείας - αξιώσεις από αδικαιολόγητο πλουτισμό.

1. Σύμφωνα με τα άρθρα 3, 174, 180 Α.Κ, είναι άκυρη και ως τέτοια θεωρείται ότι δεν έγινε, κάθε δικαιοπραξία που αντιβαίνει σε απαγορευτική διάταξη νόμου, αν δεν συνάγεται κάτι διαφορετικό.

2. Οι εργαζόμενοι που ασκούν το επάγγελμα χειριστή τροφίμων - ποτών και δουλεύουν σε επιχειρήσεις υγειονομικού ενδιαφέροντος, πρέπει να είναι εφοδιασμένοι με βιβλιάριο υγείας στο οποίο να βεβαιώνεται ότι ο κάτοχός του δεν πάσχει από μεταδοτικό νόσημα. Η γενόμενη σύμβαση εργασίας, μεταξύ εργοδότη και εργαζομένου που δεν είναι εφοδιασμένος με θεωρημένο βιβλιάριο υγείας, είναι άκυρη.

3. Ο απασχολούμενος μισθωτός με τέτοια σχέση εργασίας, δικαιούται να λάβει για την εργασία που εξετέλεσε και για την υπερεργασία, αμοιβή με βάση τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού, κατ' άρθρο Α.Κ. 904. Επικουρικότητα αγωγής αδικαιολόγητου πλουτισμού.

[...] Σύμφωνα με τα άρθρα 3, 174 και 180 Α.Κ. είναι άκυρη και ως τέτοια θεωρείται σαν να μη έγινε κάθε δικαιοπραξία που αντιβαίνει σε απαγορευτική διάταξη νόμου αν δεν συνάγεται κάτι άλλο. Εξάλλου σύμφωνα με το άρθρο 14 της ΑΙΒ/11261 της 14/12/1981- 8/2/1982 αποφάσεως του Υπουργού Κοινωνικών Υπηρεσιών που εκδόθηκε κατ? εξουσιοδότηση του Α.Ν. 2520/1940 και Π.Δ. 544/1977 και ίσχυε μέχρι τις 23/9/1983, αλλά και κατά το άρθρο 14 της ΑΙΒ/8577/1983 αποφάσεως του Υπουργού Υγείας και Πρόνοιας, η οποία αντικατέστησε την πρώτη απόφαση και ισχύει έκτοτε, όσοι ασκούν ή επιθυμούν να ασκήσουν το επάγγελμα του χειριστή τροφίμων και ποτών είτε ως ειδικοί επαγγελματίες είτε ως υπάλληλοι ή εργάτες ή βοηθοί αυτών ή απασχολούνται με οποιαδήποτε σχέση σε ξενοδοχεία, δημόσια λουτρά, καθαριστήρια, κομμωτήρια, ζαχαροπλαστεία εστιατόρια, καφενεία και άλλες επιχειρήσεις υγειονομικού ενδιαφέροντος, παρέχοντες τις υπηρεσίες τους στο κοινό, πρέπει να είναι εφοδιασμένοι με βιβλιάριο υγείας, στο οποίο να βεβαιώνεται ότι ο κάτοχός του δεν πάσχει από μεταδοτικό νόσημα (φυματίωση, τραχώματα σύφιλη κλπ.) και να υποβάλλονται σε επανεξέταση και θεωρούν το εν λόγω βιβλιάριο μετά πάροδο έτους από την ημερομηνία εκδόσεώς του ή την τελευταία θεώρησή του νωρίτερα αν αυτό κριθεί από την αρμόδια Υγειονομική Υπηρεσία απαραίτητο. Περαιτέρω, η γενόμενη σύμβαση εργασίας μεταξύ εργοδότη και εργαζομένου που δεν είναι εφοδιασμένος με βιβλιάριο υγείας ή που είναι εφοδιασμένος αλλά παρέλειψε να το θεωρήσει είναι άκυρη σύμφωνα με τις παραπάνω διατάξεις (Ολ ΑΠ 192/1962) η δε ακυρότητα αυτή επειδή αφορά τη δημόσια τάξη εξετάζεται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο και ο εργαζόμενος διατελεί σε απλή σχέση εργασίας προς τον εργοδότη (ΑΠ 1011/1981). Ο απασχολούμενος μισθωτός με τέτοια σχέση εργασίας δικαιούται να λάβει για την εργασία που εκτέλεσε, την υπερεργασία, την εργασία του κατά Κυριακές και κατά την νύχτα, όπως επίσης και για παράνομη υπερωριακή εργασία και δώρα εορτών, αμοιβή με βάση τις διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού (άρθρ 904 ΑΚ), διατεινόμενος με την αγωγή του ότι ο εργοδότης του εξοικονόμησε τη δαπάνη, στην οποία θα έπρεπε να υποβληθεί για τη μισθοδοσία άλλου μισθωτού της ίδιας με αυτόν ειδικότητας και αποδόσεως που θα είχε απασχοληθεί στην ίδια εργασία (ΑΠ 141/1989). Για τις λοιπές εργασίες του θα λάβει την αμοιβή του ευθέως από το νόμο (μισθό, άδεια, επίδομα άδειας, προσαύξηση 75% των Κυριακών και Αργιών και προσαύξηση 100% των παράνομων υπερωριών). Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο που δίκασε δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφασή του, μεταξύ άλλων ότι οι αναιρεσείοντες (ενάγοντες), οι οποίοι απασχολήθηκαν στο κατάστημα ταχείας παρασκευής και διάθεσης φαγητών (FAST FOOD) της αναιρεσίβλητης ως ψήστης κατά τα από 1/9/1995 και 1/11/1995 μέχρι 25/5/1998 και 26/5/1998 αντίστοιχα χρονικά διαστήματα, οπότε απολύθηκαν χωρίς να είναι εφοδιασμένοι με βιβλιάρια υγείας που να είχε νόμιμα εκδοθεί και θεωρηθεί και τούτου ένεκα έκρινε ότι η ένδικη αγωγή τους κατά την κύρια, επί της συμβάσεως εργασίας στηριζόμενη βάση της, είναι μη νόμιμη όσον αφορά τις αιτούμενες παροχές για υπερεργασία, νυχτερινή εργασία και παράνομη υπερωριακή εργασία, με την ειδικότερη αιτιολογία ότι ένεκα της παραπάνω ελλείψεως είναι άκυρη ή ένδικη εργασιακή σύμβαση και υφίσταται μεταξύ των διαδίκων απλή σχέση εργασίας με βάση την οποία μπορούσαν να ζητήσουν την ικανοποίηση των άνω απαιτήσεών τους με βάση τις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό και ότι μόνο η αιτούμενη προσαύξηση της παράνομης υπερωριακής εργασίας είναι νόμιμη στηριζόμενη στη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 2 Ν. 435/1976. Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις που αναφέρονται παραπάνω και ο πρώτος λόγος αναιρέσεως από τον αριθμ. 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. που υποστηρίζει τα αντίθετα είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

Επειδή ο από το άρθρο 559 αριθ.19 Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως προϋποθέτει ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας και ελλείψεις ή ασάφειες στη διατύπωση της ελάσσονας πρότασης της προσβαλλόμενης αποφάσεώς του σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Επομένως, δεν ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης όταν το δικαστήριο της ουσίας απέρριψε την αγωγή ως μη νόμιμη, αόριστη ή για άλλο τυπικό λόγο (Ολ. Α.Π. 44/1990). Επομένως, εφόσον στην προκειμένη περίπτωση η ένδικη αγωγή απορρίφθηκε ως μη νόμιμη όσον αφορά τα αιτήματα καταβολής υπερεργασίας, νυχτερινής εργασίας και παράνομης υπερωρίας πρέπει ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως από τον αριθ.19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. που αιτιάται την προσβαλλόμενη για ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες σχετικά με την απόρριψη των προαναφερόμενων κεφαλαίων της ένδικης αγωγής, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος.

Κατά την έννοια του άρθρου 559, αριθ. 20 Κ.Πολ.Δ. παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφων, που ιδρύει τον αντίστοιχο λόγο αναίρεσης, υπάρχει όταν το δικαστήριο από εσφαλμένη ανάγνωση του εγγράφου δέχθηκε ως περιεχόμενό του κάτι διαφορετικό από το πραγματικό (Ολ. Α.Π. 1/1999). Η παραμόρφωση μπορεί να έγινε θετικά με τη μεταβολή του κειμένου του εγγράφου ή αρνητικά με την παράλειψη χρήσιμων περικοπών (Α.Π. 1066/1994). Στην προκειμένη περίπτωση όπως προκύπτει: α) από το με αριθμό 7949/1995 βιβλιάριο υγείας που εκδόθηκε στις 31/8/1995 και ισχύει για μία 5ετία αφορά δε τον πρώτο ενάγοντα, τούτο δεν φέρει θεώρηση όπως επιβάλλει αυτήν ο νόμος για το επίδικο χρονικό διάστημα των ετών 1995 έως 1998 και β) από το με αριθμό 13066/2000 βιβλιάριο υγείας που αφορά το δεύτερο ενάγοντα τούτο εκδόθηκε στις 15/12/2000, ήτοι μετά το επίδικο ως άνω χρονικό διάστημα. Το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε ότι αναφορικά με τις αξιώσεις τους του επίδικου χρονικού διαστήματος των ετών 1995 έως 1998 οι ενάγοντες δεν προσκομίζουν βιβλιάριο υγείας θεωρημένο νόμιμα από το οποίο να προκύπτει ότι δεν πάσχουν από κάποια μεταδοτική νόσο, ώστε οι επικαλούμενες συμβάσεις εργασίας τους να είναι έγκυρες. Ειδικότερα το βιβλιάριο υγείας του πρώτου ενάγοντος που εκδόθηκε στις 31/8/1995, ουδεμία θεώρηση, καθώς και ουδεμία υπογραφή ιατρού που έκανε ιατρική του εξέταση φέρει μέχρι την 9/7/2001 που ανανεώθηκε ενώ το βιβλιάριο υγείας του δευτέρου ενάγοντος εκδόθηκε στις 15/12/2000, ήτοι μετά το κρίσιμο ως άνω χρονικό διάστημα (επίδικο) των ετών 1995-1998. Επομένως, το Εφετείο δεν παραμόρφωσε το περιεχόμενο των ως άνω εγγράφων, ούτε θετικά με τη μεταβολή του κειμένου αυτών, ούτε αρνητικά με την παράλειψη χρησίμων περικοπών τούτων και ο τρίτος λόγος αναιρέσεως που υποστηρίζει τα αντίθετα είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

Με τον τέταρτο λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 8, Κ.Πολ.Δ. αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη ισχυρισμό που προτάθηκε και έχει ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και ειδικότερα ότι ο δεύτερος των εναγόντων διέθετε βιβλιάριο υγείας για το επίδικο χρονικό διάστημα, πλην όμως είχε καταθέσει τούτο στην αντίδικό του για τον προσωπικό του φάκελο και δεν είχε κάποιο αντίγραφο για να προσκομίσει στο δικαστήριο, γι? αυτό προσκόμισε άλλο που ίσχυε για μεταγενέστερο χρόνο, ώστε να αποδειχθεί κατ? αναλογίαν ότι διέθετε τέτοιο και κατά το επίδικο χρονικό διάστημα. Ο ισχυρισμός αυτός αποτελεί διευκρίνιση της βάσεως της αγωγής ότι καταρτίστηκε μεταξύ των διαδίκων έγκυρη σύμβαση εργασίας την οποία έλαβε υπόψη και απέρριψε το Εφετείο κατ? ουσίαν. Επομένως, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος ο λόγος αυτός της αναιρέσεως.

Επειδή, η εκ του αδικαιολογήτου πλουτισμού αγωγή είναι επιβοηθητικής φύσεως δυναμένη να ασκηθεί μόνο αν δεν υπάρχουν οι προϋποθέσεις της εκ της συμβάσεως ή της αδικοπραξίας αγωγή. Επομένως αν υπόκειται αγωγή με την οποία ζητείται ευθέως ο πλουτισμός του εναγομένου εξαιτίας της ακυρότητας της συμβάσεως για το ορισμένο της αγωγής πρέπει στο δικόγραφο αυτής να αναφέρονται, σύμφωνα με το άρθρο 216 παρ. 1α Κ.Πολ.Δ., τα περιστατικά που επέφεραν την ακυρότητα που συνιστούν το λόγο για τον οποίο η αιτία της περιουσιακής μετακινήσεως δεν είναι νόμιμη. Όμως, αν η βάση της αγωγής από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό σωρεύεται κατά δικονομική επικουρικότητα (άρθρ. 219 Κ.Πολ.Δ.) υπό την αίρεση της απορρίψεως της κυρίας βάσεως αυτής από τη σύμβαση εργασίας, αρκεί για την πληρότητα της πιο πάνω επικουρικής βάσεως να γίνεται απλή επίκληση της ακυρότητας της συμβάσεως, χωρίς να αναφέρονται και οι λόγοι στους οποίους οφείλεται η ακυρότητα. Και τούτο, διότι στην τελευταία περίπτωση η επικουρική βάση της αγωγής θα εξεταστεί μόνο αν η στηριζόμενη στην έγκυρη σύμβαση εργασίας κύρια βάση της αγωγής απορριφθεί μετά παραδοχή της ακυρότητας της συμβάσεως για συγκεκριμένο λόγο, ο οποίος, είτε κατ? αυτεπάγγέλτη έρευνα είτε κατ? ένσταση του εναγομένου εργοδότη αποτέλεσε ήδη αντικείμενο της δίκης. Με τον τρόπο αυτό πληρούται ο σκοπός της διατάξεως του άρθρου 216 Κ.Πολ.Δ. η οποία απαιτεί τη σαφή έκθεση των γεγονότων που θεμελιώνουν την αγωγή. Επομένως, στη δικονομικώς ενιαία εκδίκαση της επικουρικής βάσεως της αγωγής από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό δεν είναι αναγκαία η επίκληση από τον εργαζόμενο του λόγου ακυρότητας της συμβάσεως εργασίας που διαγνώστηκε ήδη δικαστικώς στην ίδια δίκη και είναι έτσι δεδομένος κατά την εξέταση της ως άνω επικουρικής βάσεως (Ολ. Α.Π. 22 και 23/2003). Στην προκειμένη υπόθεση οι αναιρεσείοντες με την ένδικη αγωγή τους, το δικόγραφο της οποίας ελέγχει ο `Αρειος Πάγος (άρθρ. 561, παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.), σε συνέχεια της κυρίας βάσεως της από τη σύμβαση εργασίας, ζητούν επικουρικά να επιδικασθούν τα ζητούμενα ποσά με βάση τις διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού, αναφέροντας κατά λέξη: "Επειδή άλλως, όλως επικουρικώς τα παραπάνω ποσά η εναγομένη μας οφείλει και κατά τις διατάξεις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού (άρθρ. 904 επ. Α.Κ.) αφού επλούτισε εις βάρος της δική μας περιουσίας χωρίς νόμιμη αιτία, δεδομένου ότι τα παραπάνω ποσά θα κατέβαλλε σε οποιονδήποτε άλλο υπάλληλο με τις δικές μας ικανότητες, ο οποίος θα παρείχε τις υπηρεσίες υπό τις ίδιες συνθήκες με αυτές που εργαζόμασταν εμείς και επομένως ωφελήθηκε εις βάρος μας κατά τα παραπάνω ποσά και πρέπει να υποχρεωθεί να μας τα καταβάλει". Με το περιεχόμενο αυτό η ως άνω επικουρική βάση της αγωγής είναι αόριστη, αφού δεν γίνεται ούτε απλή επίκληση εις αυτή της ακυρότητας (έστω και χωρίς να εξειδικεύεται σε τι συνίσταται αυτή) της επίδικης συμβάσεως εργασίας. Επομένως, η προσβαλλόμενη απόφαση που δέχθηκε τα ίδια δεν έσφαλε και ο πέμπτος λόγος αναιρέσεως από τον αριθ. 14 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. που αιτιάται αυτή ότι παρά το νόμο εκήρυξε ακυρότητα της επικουρικής αυτής βάσεως της αγωγής λόγω της αοριστίας της πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.